Πέμπτη 30 Ιανουαρίου 2020

Μια σκηνή βγαλμένη από τα παραμύθια


     Σήμερα το πρωί, ανήμερα των τριών Ιεραρχών. Στον Ιδρυματικό Ναό της Αγίας Σκέπης (Πατριαρχική Ανωτάτη Ακαδημία). Το 5ο Δημοτικό σχολείο Ηρακλείου προσήλθε για μια ακόμα σχολική γιορτή. Μπήκαν στην εκκλησία, στάθηκαν με μια κάποια ησυχία για την ηλικία τους, είπαν (σχεδόν) όλα μαζί το «Πάτερ ημών», κοινώνησαν στη σειρά και ύστερα ο παπάς τους διάβασε τον άρτο. Στο τέλος, πέρασαν να πάρουν και το αντίδωρο. Στο δρόμο για την έξοδο ήταν μια εικόνα των τριών Ιεραρχών με ένα κερί αναμμένο μπροστά. Ακουμπισμένος με την πλάτη σ’ ένα καλοριφέρ χάζευα τα παιδιά καθώς έφευγαν. Πολλά πέρασαν χωρίς να καταλάβουν πως ετούτοι εδώ οι Άγιοι ήταν τα πρόσωπα της ημέρας.


      Ξάφνου, μια κοπελίτσα κοντοστάθηκε κι έκανε το σταυρό της ανάποδα. «Ένα ακόμα που δεν του έδειξαν ποτέ» σκέφτηκα. Κι αμέσως μετά, μια σκηνή βγαλμένη από τις αμυδρότατες μνήμες των παιδικών μου χρόνων επάνω στον Ταΰγετο. Μνήμες που κατέγραψα στη μυθιστορηματική βιογραφία του διδασκάλου Πέτρου του Πελοποννησίου: «Πρώτη η κόρη γονάτισε εμπρός στην Κυρά Δέσποινα κρατώντας στα χέρια της ένα μπουκέτο ασπρολούλουδα, παπαρούνες και κυκλάμινα. Έσκυψε το κεφάλι και παρακάλεσε την Κυρία των αγγέλων να της στείλει ένα βασιλόπουλο να την ζητήσει, όμορφο και καλό σαν τον πατέρα της. Σηκώθηκε, ακούμπησε όρθια τα δώρα της στην άκρη της εικόνας, φίλησε την Παναγία και έφυγε» (κεφ. Στη Ζερμπίτσα, σ. 111). Η νεαρή μαθήτρια γονάτισε, κοίταξε τους Αγίους στα μάτια και με το κεφάλι της σκυμμένο ελαφρά έπιασε να τους μιλά όπως θα μιλούσε στα αδερφάκια της, στις φίλες της, στους γονείς της, στον αγαπημένο της στο μέλλον. Δεν άκουγα τί τους έλεγε, μα τους είπε κάμποσα. Κι ύστερα σηκώθηκε, έκανε πάλι το σταυρό της ανάποδα κι έφυγε. Καλύτερη προσευχή δεν άκουσε σήμερα ο Ουρανός. Αμέσως μετά, κάθε παιδί που έβγαινε από την εκκλησία χαιρετούσε πρώτα τους Αγίους. Ούτε κι αυτά τα δίδαξε κανένας. «Υπάρχει ακόμα ελπίδα» ξανασκέφτηκα με δάκρυα στα μάτια…

Ευάγγελος Θεοδώρου