Παρασκευή 30 Αυγούστου 2013

Νεανικές απορίες



Όλη μέρα το κατακαλόκαιρο η μάνα μου κρατούσε το σπίτι στο σκοτάδι. Είχε ανοίξει αχάραγα τα παραθυρόφυλλα να δροσίσει το σπίτι με το πρωινό αγιάζι και μόλις έσκαγε ο ήλιος πίσω από το άλσος του «Ξενία» τα έκλεινε κρατώντας το έτσι δροσερό. Αργά το απόγευμα τα άνοιγε ξανά για να συναντήσουμε τον ήλιο την ώρα που βασίλευε πίσω από τις κορυφογραμμές του Ταϋγέτου. Εκείνες τις ώρες θυμάμαι, βυθιζόμουν σε σκέψεις προσπαθώντας να εξηγήσω το «γιατί». Αδιέξοδη προσπάθεια…


Γιατί;

Γιατί πρέπει, γιατί μπορώ, γιατί θέλω,
γιατί σκέφτομαι, γιατί ελπίζω, γιατί αναπνέω,
γιατί ζω, ναι ζω!
Ζω την αγάπη του σήμερα
αναπνέω την ελπίδα του αύριο.
Υπάρχω γιατί υπάρχει παρελθόν
ζω γιατί κάποιος έζησε πριν
ζω γιατί κάποιος θα ζει μετά.
Κι αν φοβάμαι;
Θα υπάρχω ζώντας το φόβο μου
στην περιπέτεια του μπορώ και του θέλω
στην αναζήτηση του πιστεύω και του ζητώ
στην περιπλάνηση του ψάχνω και βρίσκω
στην τελείωση του υπάρχω και ζω.

Ευάγγελος Θεοδώρου
καλοκαίρι 1998, δεκαπέντε χρονών

 

 
 

Κυριακή 25 Αυγούστου 2013

Ξετυλίγοντας το κουβάρι απο την αρχή...


       Από παιδί θυμάμαι την ερωτική πάλη μου με τη γλώσσα. Την αγωνία μου να εκφράσω με λόγια ζωγραφιστά όσα διέγειραν την φαντασία μου, να μορφώσω λεκτικά όλα εκείνα που έκαναν τις χορδές της ύπαρξης μου να πάλλονται, όλα όσα εν αγάπη προσπαθούσα να τα κάνω να αληθεύσουν. Άλλοτε καλύτερα άλλοτε χειρότερα, μα προσπαθούσα. 
     Η αγάπη μου για τη μουσική ωθούσε τις λέξεις να μαζεύονται σε στίχους και μια τέτοια, η πρώτη ίσως απόπειρα μου, ήταν εκείνες τις ημέρες των γεγονότων στα Ίμια στα 1996. Έκαναν τρομερή εντύπωση στα παιδικά μου μάτια όλα εκείνα τα γεγονότα και θυμάμαι πως το ποιματάκι που σκάρωσα έβγαζε μιαν αγανάκτηση σαν να διεκδικούσα κάτι που δεν ζούσα μα ένιωθα πως μέσα μου υπάρχει ζωντανό.  Ήμουν δεκατριών χρονών. 
    Από τότε ξεκίνησε ένα ταξίδι στίχων, ποιημάτων ή κάτι σαν αυτό που οι μεγάλοι ονομάζουνε δοκίμιο ποιητικό. Τίποτε από όλα αυτά κι όλα μαζί, δε ξέρω. Μοναχά θυμάμαι την αγωνιώδη προσπάθεια μου να διαλέξω μέσα από τον απέραντο ανθόκηπο της γλώσσας μας, εκείνο ακριβώς που προσδιορίζει το πως και το γιατί τις στιγμής, των συναισθημάτων, των ορατών και αοράτων, των σωματικών και ασωμάτων. Αφορμή δεν νομίζω πως στάθηκε το σχολείο. Άλλωστε η σχέση μου μαζί του υπήρξε πάντοτε πολεμική. Μέσον και αφορμή στάθηκε η εκκλησιαστική γλώσσα. Εκείνη η γλώσσα που υμνεί το Θεό με τρόπο αρχαιοπρεπή και ελληνικό, ρωμαίικο κι ομηρικό συνάμα, τρόπο ικανό να αποκαλύψει στον άνθρωπο την Αλήθεια πέραν από τα όρια του φυσικού κόσμου. 
     Μεγάλο διάστημα σιωπής - με ελάχιστες εξαιρέσεις - υπήρξε ο καιρός των φοιτητικών μου χρόνων μέχρι και τα μέσα της στρατιωτικής μου θητείας, όταν και πάλι με στιχάκι "στρατιωτικό" φανέρωσα όσα κρυμμένα είχε μέσα η καρδιά μου. Από τότε δεν έπαψα και έτσι νομίζω θα γεράσω, γράφοντας στο χαρτί - στον υπολογιστή για την αλήθεια - για όλα αυτά επιμένοντας να αναζητώ το «γιατί». Άλλοτε σχολιάζοντας την εποχή και τα γεγονότα της, άλλοτε πέραν αυτής (που μου αρέσει καλύτερα ομολογώ) προσπαθώντας να διαστείλω το χρόνο και το χώρο πέραν από αυτό που ζούμε ως άνθρωποι σε φθορά φυσική και νομοτελειακή.
     Θα ξεκινήσω λοιπόν με πεζά και στίχους από τα παλιά ξετυλίγοντας το κουβάρι, φανερώνοντας τη γλώσσα μου, την ωρίμανση μου, την ανάγκη μου για ζωή κι Ελευθερία...

Ευάγγελος Θεοδώρου

Παρασκευή 16 Αυγούστου 2013

Η απάντηση στο «γιατί»


    
«...Θέλω να πιστεύω - και η πίστη μου αυτή βγαίνει πάντοτε πρώτη στον άγώνα της με τη γνώση - ότι όπως και να τα εξετάσουμε, η πολυαιώνια παρουσία του ελληνισμού πάνω στα δώθε ή εκείθε του Αιγαίου χώματα έφτασε να καθιερώσει μιαν ορθογραφία, όπου το κάθε ωμέγα, το κάθε ύψιλον, η κάθε οξεία, η κάθε ύπογεγραμμένη δεν είναι παρά, ένας κολπίσκος, μια κατωφέρεια, μια κάθετη βράχου πάνω σε μια καμπύλη πρύμνας πλεούμενου, κυματιστοί αμπελώνες, υπέρθυρα εκκλησιών, ασπράκια ή κοκκινάκια, εδώ ή εκεί από περιστεριώνες και γλάστρες με γεράνια.
     Είναι μια γλώσσα με πολύ αυστηρή γραμματική, που την έφκιασε μόνος του ο λαός, από την εποχή που δεν επήγαινε ακόμη σχολείο. Και την τήρησε με θρησκευτική προσήλωση κι αντοχή αξιοθαύμαστη, μέσα στις πιο δυσμενείς εκατονταετίες. Ώσπου ήρθαμ' εμείς, με τα διπλώματα και τους νόμους, να τον βοηθήσουμε. Και σχεδόν τον αφανίσαμε. Από το ένα μέρος του φάγαμε τα κατάλοιπα της γραφής του και από το άλλο τού ροκανίσαμε την ίδια του την υπόσταση, τον κοινωνικοποιήσαμε, τον μεταβάλαμε σε έναν ακόμα μικροαστό, που μας κοιτάζει απορημένος από κάποιο παραθυράκι κάποιας πολυκατοικίας του Αιγάλεω. Δεν αναφέρομαι σε καμιά χαμένη γραφικότητα. Ούτε θυμάμαι να 'χω ζήσει σε καμιά καλή εποχή για να τη νοσταλγώ. Απλώς, δεν ανέχομαι τις ανορθογραφίες. Με ταράζουν. Νιώθω σαν ν' ανακατώνονται τα γράμματα στο ίδιο μου το επώνυμο, να μην ξέρω ποιος είμαι να μην ανήκω πουθενά. Τόσο πολύ αισθάνομαι να είναι η ζωή μου συνυφασμένη μ' αυτήν την «υδρόγεια λαλιά», που δεν είναι παρά η οπτκή φάση της ελληνικής λαλιάς, της ικανής με τη διπλή της υπόσταση να ομιλεί και να ζωγραφίζει συνάμα. Και που εξακολουθεί αθόρυβα όσο και δραστικά, παρά τις άνωθεν επεμβάσεις, να εισχωρεί ολοένα μέσα στην ιστορία και μέσα στη φύση που τη γέννησαν, έτσι ώστε να μετατρέπει τεράστιες ποσότητες παρελθόντος χρόνου σε παρόν, και να μετατρέπεται από το παρόν αυτό σε όργανο προικισμένο με τη δύναμη να οδηγεί τα στοιχεία της ζωής μας στην πρωτογενή, φυσική τους αλήθεια. Όμως, για να το αντιληφθεί αυτό κανείς, πρέπει να 'χει περάσει απ' όλες τις διεργασίες, όσες απαιτούνται για να μπορεί να διακρίνει που κείται το καίριο. Το καίριο στη ζωή αυτή κείται πέραν του ατόμου. Με τη διαφορά ότι αν δεν ολοκληρωθεί κανείς σαν άτομο - κι όλα συνωμοτούν στην εποχή μας γι' αυτό - αδυνατεί να το υπερβεί...»


«Τα δημόσια και τα ιδιωτικά», Οδυσσέας Ελύτης