Παρασκευή 5 Ιανουαρίου 2024

Με αφορμή την Χριστού Γέννα

Όταν, δι’ ευχών του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Μονεμβασίας και Σπάρτης κ.κ. Ευσταθίου και προσκλήσεως των Θεοφιλεστάτου Επισκόπου Λακεδαιμονίας κ. Θεοφίλου και Πανοσιολογιωτάτου π. Σεραφείμ Κοσμά, σεβαστοί πατέρες και αγαπητοί αδελφοί, κλήθηκα να μοιραστώ τις σκέψεις μου -τις ημέρες αυτές που γιορτάζουμε τη μητρόπολη των εορτών κατά τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο- στην παραδοσιακή σύναξη των στελεχών του νεανικού έργου της Μητροπόλεώς μας, θυμήθηκα ανάλογη πρόσκληση πριν από κάμποσα χρόνια, στη σύναξη που είχε πραγματοποιηθεί τότε στη Ιερά Μονή των Αγίων Τεσσαράκοντα. Και συλλογίστηκα την άγνοια της ηλικίας που όλα τα καταλάβαινε, όλα τα ήξερε, όλα μπορούσε να τα πει. Μα όσο τα χρόνια περνάνε και η ζωή αποκαλύπτεται ολοένα και πιο πλατιά, στοχάζεται κανείς -αν θελήσει με τιμιότητα να σταθεί εμπρός στο κάτοπτρο της αλήθειας του- πως ο αρχαίος πρόγονος είχε απόλυτο δίκιο όταν διαπίστωνε πως «έν οἶδα ὅτι οὐδὲν οἶδα». Δεν πρόκειται απλά για ένα ευφυολόγημα, ούτε για κάποιου είδους υπεκφυγή, αλλά για το μέτρο με το οποίο μπορεί να σταθεί η ανθρώπινη μερικότητα εμπρός στο θαύμα που συντελείται ξανά ετούτες τις ημέρες και για το οποίο καλείται να μιλήσει, με εφόδιο τα λόγια των αγίων που η αντιγραφή τους αποτελεί κλεψιά επαινετή και ακατηγόρητη όπως μας βεβαιώνει ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης.

Είναι τουλάχιστον παρήγορο, πως ακόμα και ο μεγάλος υμνογράφος της εκκλησίας μας Ιωάννης ο Δαμασκηνός, δικαιολόγησε με τα παρακάτω λόγια την ανθρώπινη αδυναμία να περιγράψει και να υμνήσει όπως πρέπει την Γέννα του Χριστού: Είναι ευκολότερο για εμάς να αγαπάμε τη σιωπή, γιατί αποφεύγουμε έτσι να πούμε κάτι λάθος. Το να στιχοπλέκουμε λοιπόν Παρθένε ύμνους έντεχνα πλασμένους είναι δύσκολο και κοπιώδες, μα τολμούμε από πόθο για Εσένα. Όση λοιπόν είναι η δική μου προαίρεση, άλλη τόση δίνε και σε εμένα τη δική σου δύναμη![1]».

Τα Χριστούγεννα είναι «τα σωτήρια του κόσμου, η γενέθλια ημέρα της ανθρωπότητας, η κοινή εορτή πάσης της κτίσεως» όπως δηλώνει πανηγυρικά ο Μέγας Βασίλειος. Κι είναι πράγματι τα σωτήρια του κόσμου, γιατί ο Υιός του Θεού προσλαμβάνει το χώμα μας για να ξαναφτιάξουμε τον κόσμο, να διορθώσουμε τα λάθη, να ξαναβάψουμε ό,τι ξεθώριασε, να χαρούμε απ’ την αρχή! Με την ενανθρώπηση του Χριστού ο ρους της ιστορίας σταματά, ο χρόνος μηδενίζεται, το πριν και το μετά αποκτούν κυριολεκτική σημασία, η ζωή των ανθρώπων -του κάθε ανθρώπου ξεχωριστά- αποκτά δικαίωμα σε μια βιωτή αναγεννημένη στην κολυμβήθρα της θεϊκής αγάπης, αφού ήρθε για να αγιάσει, όπως λέει ο Αγ. Γρηγόριος ο Θεολόγος, με το ανθρώπινο του Θεού τον άνθρωπο[2].

Μέσα στην καρδιά του χειμώνα, όπου η κτίση όλη εργάζεται μυστικά κυοφορώντας τους καρπούς της άνοιξης, ο κόσμος όλος γιορτάζει τον ερχομό του Δημιουργού της, που ήρθε ταπεινά για να αναπλάσει στην αρχαία ομορφιά το δημιούργημά Του και να ξανα-δώσει στους ανθρώπους έναν κόσμο κάλλιστο, αποτύπωμα και φανέρωμα της δικής Του πανσοφίας.

Με την Γέννησή Του, όπως πάλι σημειώνει ο Μέγας Βασίλειος, ο «Λόγος του Θεού εκένωσεν εαυτόν, ίνα τω κενώματι αυτού πληρωθεί ο κόσμος». Άδειασε ο Δημιουργός ολόκληρη τη θάλασσα της παναγάπης Του, ώστε με το δικό του άδειασμα να γεμίσει ο κόσμος ύδατα θεϊκά, αντίστοιχα με εκείνα της δεύτερης ημέρας της κοσμογονίας. Κι αφού προγνώριζε ο Θεός ότι ήταν λίαν καλό αυτό το άδειασμα, δεν αναπαύτηκε, αλλά ξεκίνησε το λυτρωτικό του σχέδιο μέσα στον ιστορικό χρόνο των ανθρώπων. Όπως με τον θάνατό Του νίκησε τον θάνατο, έτσι και με την πάμπτωχη Γέννησή Του πτώχευσε «ἵνα ἐγὼ πλουτήσω τὴν αὐτοῦ θεότητα»[3]. Μετατρέπει τη φτώχεια μας σε πλούτο, κάνει το χώμα μας χρυσό, αντιστρέφει τους όρους της φύσεως για χάρη μας. Μέσω του αστέρος καλεί τους Μάγους σε ένα ευτελέστατο σπήλαιο για να τους καταπλήξει όχι με πολυτελή σκήπτρα και θρόνους, αλλά με την εσχάτη Του πενία όπως διαβάζουμε στην Υπακοή του Όρθρου των Χριστουγέννων.

Ο Παράδεισος άνοιξε στη γη όχι σε κάποιο από τα μέγαρα των ανθρώπων, αλλά στο ταπεινό σπήλαιο της Βηθλεέμ. Σε μια ποιητική έξαρση ο μέγιστος των υμνογράφων Ρωμανός ο Μελωδός, χρησιμοποιεί την σιωπηλή και Παρθένο Μητέρα του Θεού για να δηλώσει την έκπληξή του για το παράδοξο, πέρα από κάθε φαντασία, θαύμα:

 

Υψηλέ βασιλεύ, τι σοι και τοις πτωχεύσασι;

Ποιητά ουρανού, τι προς γηίνους ήλυθας;

Σπηλαίου ηράσθης η φάτνη ετέρφθης;

Ιδού ουκ έστι τόπος τη δούλη σου εν τω καταλύματι·

ου λέγω τόπον, αλλ’ ουδέ σπήλαιον,

ότι και αυτό τούτο αλλότριον·

και τη μεν Σάρρα τεκούση βρέφος

εδόθη κλήρος γης πολλής, εμοί δε ουδέ φωλεός·

εχρησάμην το άντρον ο κατώκησας βουλήσει,

παιδίον νέον, ο προ αιώνων Θεός».[4]

 

Ο άκρα ταπεινός Κύριος αναπαύτηκε μέσα στο σπήλαιο λοιπόν, κι εκεί θα αναπαύεται πάντα. Συνέλαβε εξαίσια το βαθύτερο ετούτο νόημα και ο μεγάλος του αιώνα μας Φώτης Κόντογλου, όταν στο διήγημα «Γιάννης ο Ευλογημένος» παρουσιάζει τον εορτάζοντα Άγιο Βασίλειο τη νύχτα της Πρωτοχρονιάς να επισκέπτεται έναν απλοϊκό βοσκό, έναν απόγονο των αρχαίων ποιμένων που είδαν τον Κύριο. Ο ταπεινός Θεός αναπαύεται στην υλική φτώχεια γιατί εκεί κρύβεται συχνά ο πνευματικός πλούτος των ταπεινών ανθρώπων, που στόλισαν το παλάτι της ψυχής τους όπως ακριβώς προτρέπει ο υμνογράφος: «καὶ νοῦν καθαρθέντες, τῷ βίῳ προσενέγκωμεν, ἀρετάς ἀντὶ μύρου, προευτρεπίζοντες πιστῶς, τῶν Γενεθλίων τὰς εἰσόδους, ἐπὶ τῶν ψυχικῶν θησαυρισμάτων»[5].

Με την πάμπτωχη Γέννα του ο Κύριος, που ήρθε για να παύση τα σκιώδη και να σκεπάσει σαν πατέρας στοργικός τα πάθη μας, προσλαμβάνει και τη δική μας πνευματική πενία για να την αντικαταστήσει με πλούτο ουράνιο, μας υιοθετεί για να μας καταστήσει κληρονόμους της βασιλείας του, μετόχους των μυστικών απολαύσεων του πνεύματος, κοινωνούς και συμπολίτες των Αγίων και των Αγγέλων. Το μεγαλύτερο δώρο των Χριστουγέννων είναι ο ίδιος ο προσφερόμενος και ουδέποτε δαπανώμενος Χριστός, ο Μεγάλος Επισκέπτης που επαναλαμβάνει την σεμνή του επίσκεψη από άμετρη αγάπη προς εμάς σε κάθε Θεία Λειτουργία, ο Λυτρωτής και Ελευθερωτής των δεσμών της φθοράς, το Άστρο που φωτίζει ολοχρονίς τον δρόμο της επιστροφής σε Εκείνον.     


Μέσα σε μια τέτοια ατμόσφαιρα χαράς και πνευματικής κοσμογονίας, γυρνώ τα μάτια μου στον έξω κόσμο και θλίβομαι. Η ανθρωπότητα από χρόνια κοιλοπονούσε και τώρα πια τα τέρατα που γέννησε, βγήκαν σεργιάνι και κατατρώνε τις σάρκες του κόσμου όλου. Μια απέραντη έρημος αντικαθιστά την Εδέμ, γη άνυδρη και σκληρή απλώνεται μπροστά, κι εμείς -θέλοντας και μη- πρέπει να την διαβούμε. Ο κόσμος όπως το γνωρίζαμε για χιλιετίες ολάκερες άλλαξε μάλλον οριστικά, βεβαιότητες και παραδόσεις δοκιμασμένες στην εμπειρία και τη σοφία των γενεών τσαλαπατήθηκαν βάναυσα και απαξιώθηκαν. Κάθε τίμιος άνθρωπος που διασώζει στην καρδιά του λίγα ψήγματα αξιοπρέπειας, θρηνεί. Και μοιάζει ο θρήνος αυτός με εκείνον που απλώθηκε στην Βασιλεύουσα τις ημέρες της Άλωσης. Οι εχθροί μπήκαν στην πόλη…

Δεν έχω τον τρόπο, ούτε ίσως την υπομονή να κατέβω όλα τα σκαλιά της αβύσσου για να τη δω και να την περιγράψω, να την αναλύσω και να την εξηγήσω με μεθοδολογία επιστημονική. Ίσως μάλιστα να αποτελεί μάταιο κόπο μια τέτοια απόπειρα αφού, μακάρι να έκανα λάθος, το σκοτάδι ολοένα βαθαίνει και τα χειρότερα δεν έχουν έρθει ακόμα. Η απαισιοδοξία αυτή όμως αφορά, ευτυχώς, μονάχα τα ανθρώπινα.

«Ένα άλλο βράδυ -γράφει ο Τάσος Λειβαδίτης στο ποίημα του με τίτλο «Η Γέννηση»- τον άκουσα να κλαίει δίπλα. Χτύπησα την πόρτα και μπήκα. Μου ‘δειξε πάνω στο κομοδίνο ένα μικρό ξύλινο σταυρό. «Είδες –μου λέει– γεννήθηκε η ευσπλαχνία!» Έσκυψα τότε το κεφάλι κι έκλαψα κι εγώ. Γιατί θα περνούσαν αιώνες και αιώνες και δε θα ‘χαμε να πούμε τίποτα ωραιότερο απ’ αυτό».

Η ευσπλαχνία Εκείνου, δίνει και σε εμάς το κουράγιο και την ασίγαστη όρεξη να εργαστούμε από κοινού και με πνεύμα θυσιαστικής αγάπης στον αμπελώνα του Κυρίου, να διακονήσουμε την τοπική Εκκλησία και το ποίμνιο που μας εμπιστεύτηκε ο Θεός. Κι είναι η διακονία αυτή -επιτρέψτε μου να πω- δυσκολότερη άλλων εποχών. Γιατί πια δε μιλάμε μονάχα για την κατήχηση στην πίστη ή την εν Χριστώ ζωή στην Κατασκήνωση.

Ο κατηχητής και ο ομαδάρχης πρέπει να ενσαρκώνουν στην καθημερινότητα -στον τόπο διαμονής και το χώρο εργασίας- το πρότυπο που λείπει από την κοινωνία, να βεβαιώνουν σε έναν κόσμο που πεθαίνει, πως υπάρχει ζωή, να επαληθεύουν βιωματικά τη σωτηριολογική πρόταση του Ευαγγελίου.

Η αγαπητική προσφορά στα παιδιά είναι η σπουδαιότερη ποιμαντική εργασία της τοπικής μας Εκκλησίας, και πολύ καλά κάνει ο Σεβασμιώτατος να στρέφει συνεχώς τις δυνάμεις της Μητροπόλεως προς τη νέα γενιά. Μονότονα επαναλαμβάνουμε πως το μέλλον ανήκει στα παιδιά και είναι πράγματι έτσι, αφού αυτά είναι τα μοναδικά υγιή κύτταρα της κοινωνίας μας και μάλιστα τα μικρότερα παιδιά. Εκείνα, στα οποία πρέπει να διδάξουμε χωρίς περιστροφές το σωστό και το λάθος όπως μας το έμαθε η μάνα μας, να διαχωρίσουμε το καλό από το κακό, το σπουδαίο από το ασήμαντο, το ουσιώδες από το ανούσιο, να καλλιεργήσουμε την αισθητική που διακρίνει το όμορφο από το άσχημο, το έντεχνο από το άτεχνο.

Σε έναν κόσμο που μεταβάλλει τα συστατικά του χαρακτηριστικά με ασύλληπτη ταχύτητα, σε έναν πολιτισμό όπου η τεχνητή νοημοσύνη σύντομα θα αντικαταστήσει μέρος των κοινωνικών μας λειτουργιών, το μήνυμα του Ευαγγελίου αποδεικνύεται εξαιρετικά σύγχρονο, απόλυτα προοδευτικό και μοντέρνο, ουσιαστικά εντός της σύγχρονης ζωής.

Ακούμε, όλο και πιο συχνά, φωνές που ζητούν από την εκκλησία να αλλάξει, να έρθει «πιο κοντά» σε ό,τι συμβαίνει σήμερα. Κι όμως! Η Εκκλησία ήταν, είναι και θα είναι πάντα όχι απλά κοντά, αλλά μέσα σε κάθε εποχή. Και αυτό γιατί ο Χριστός, χθες και σήμερα και στον αιώνα, παραμένει το Βρέφος που γεννιέται ξανά και ξανά και ανακαινίζει την κτίση. Η Εκκλησία δεν πρέπει να αλλάξει τίποτε απολύτως, πλην του τρόπου εκφοράς και προσεγγίσεως. Εμείς όλοι πρέπει να αλλάξουμε εντός μας και να επιστρέψουμε στις πνευματικές μας βάσεις, που δεν είναι άλλες από τις διαχρονικές συνταγές της μετάνοιας, της εξομολόγησης, του εκκλησιασμού, της Θείας Κοινωνίας. Όσο παραχωρούμε χώρο στην καρδιά μας για να ζήσει μέσα της ο Χριστός, τόσο θα παραμένουμε το άλας του κόσμου, που μπορεί να λιγοστεύει αλλά πάντοτε μένει ποσότητα ικανή να αλατίσει τη ζωή.

«Ρίζες βαθιές και φτερά για να πετάξουν» πρέπει να είναι η διδασκαλία μας θαρρώ σήμερα στα παιδιά∙ στο Κατηχητικό και στην Κατασκήνωση. Λίγα λόγια και πολύ παράδειγμα. Τα παιδιά κουράστηκαν από λόγια, αφού όλοι κάτι τους λένε και τελικά μόνο θόρυβος γίνεται. Έχουν ανάγκη από παράδειγμα. Σε μια παρέα που κάναμε, δι’ ευχών του Σεβασμιωτάτου, με τους Κατασκηνωτές της πρώτης περιόδου των αγοριών μόλις δύο μήνες μετά από όσα ζήσαμε στην Ταϋγέτη, ελάχιστα θυμούνταν το θέμα ή τί είχαμε συζητήσει στο Αγιογραφικό Ανάγνωσμα. Όλα όμως θυμούνταν το Παιχνίδι του Δάσους, τον περίπατο στον Μπαρσινίκο, τη βραδινή προσευχή και «Τὴν ὡραιότητα τῆς Παρθενίας σου» που ψέλναμε κάθε βράδυ μέσα στο σκοτάδι. Κι έμεινα βέβαιος, πως τα παιδιά δεν θέλουν λόγια. Πρότυπο και βίωμα χριστιανικό θέλουν, ανυπόκριτο και αληθινό.

Κάθε διαθέσιμο τεχνολογικό μέσο που μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε για τα επιμέρους της ποιμαντικής μας δράσης, είμαι της γνώμης πως πρέπει να το αξιοποιήσουμε. Όμως, να προσέξουμε την λεπτή γραμμή που χωρίζει τον εκσυγχρονισμό από την εκκοσμίκευση. Δεν πρέπει να γίνουμε ίδιοι με τον κόσμο. Πρέπει να γίνουμε ίδιοι με τους Αγίους και τον Χριστό. Και τότε θα έχουμε κερδίσει τον κόσμο. Χωρίς φωνασκίες και υπέρμετρες δημόσιες φανερώσεις.

Με αναπαύει που στην Μητρόπολη μας δεν διαφημίζουμε την εργασία μας. Ο Χριστός άλλωστε εργάζεται μυστικά, στις καρδιές των ανθρώπων, δεν χρειάζεται ούτε φωτογραφίες στα social media, ούτε ψηφιακά likes που μάλλον τον εγωισμό μας θρέφουν. Είναι καιρός θαρρώ να αντλήσουμε παράδειγμα από την ησυχαστική μας παράδοση, μέσω της οποίας η ορθοδοξία και ο ελληνισμός επιβίωσαν σε καιρούς δύσκολους, όταν δεν υπήρχε τόπος να καταλύσει ήσυχα η πίστη. Οι δικοί μας καιροί μοιάζουν με εκείνους της Άλωσης και της προσφυγιάς. Μοναδικός δρόμος να εργαστούμε σιωπηλά για να παραδώσουμε κι εμείς ήσυχα και ταπεινά στους επόμενους τον αδαπάνητο και λυτρωτικό πλούτο της πίστεως.

Σεβασμιώτατε, σεβαστοί πατέρες και αγαπητοί μου αδερφοί. Δίπλα στις πολλές ευχές των ημερών, ας προσθέσουμε άλλες τόσες και περισσότερες προσευχές προς Εκείνον που μπορεί να πραγματοποιήσει κάθε μας ευχή. Ας εναποθέσουμε την πάσα ελπίδα μας στην Κυρία Θεοτόκο και στον Πανάγαθο Θεό που μεθαύριο θα φανερωθεί ολόκληρος στα Θεοφάνεια και επιτρέψτε μου να χρησιμοποιήσω τα λόγια του υμνωδού ως κατακλείδα αντί άλλων ευχών για το νέο έτος που μόλις ανέτειλε στον ορίζοντα της ιστορίας:

«Ὁ τῶν αἰώνων ποιητὴς καὶ δεσπότης, Θεέ τῶν ὅλων, ὑπερούσιε ὄντως, τήν ἐνιαύσιον εὐλόγησον περίοδον, σῴζων τῷ ἐλέει σου τῷ ἀπείρῳ, οἰκτίρμον, πάντας τοὺς λατρεύοντας σοί τῷ μόνῳ Δεσπότῃ καὶ ἐκβοῶντας φόβῳ Λυτρωτά, εὔφορον πᾶσι τό ἔτος χορήγησον».

 

Ευάγγελος Θεοδώρου

Τετάρτη 3 Ιανουαρίου 2024

Πνευματικό Κέντρο Ενορίας Αφυσσού



[1] Ελεύθερη μετάφραση της Θ’ Ωδής του ιαμβικού κανόνα των Χριστουγέννων

[2] Γρηγόριος ο Θεολόγος, Λόγος εις το Άγιον Πάσχα, PG 36,653.

[3] Γρηγόριος ο Θεολόγος, Λόγος ΛΗ’ Εἰς τὰ Θεοφάνια, εἴτουν Γενέθλια τοῦ Σωτῆρος, PG 36,333.

[4] Ρωμανός ο Μελωδός, Κοντάκιο Χριστουγέννων, Οίκος γ’.

[5] Μεγάλες Ώρες Χριστουγέννων, Δοξαστικό Στ’ Ώρας