Γνώρισα τις δίδυμες αδερφές Agnes Smith Lewis και Margaret Dunlop Gibson μέσα από τις μελέτες μου για το Σινά. Δύο γυναίκες που κατόρθωσαν, σε μια εποχή κατά την οποία η επιστημονική δραστηριότητα των γυναικών ήταν εξαιρετικά περιορισμένη, να αποκτήσουν διεθνή αναγνώριση, κινούμενες με άνεση ανάμεσα στον χώρο της έρευνας και της ταξιδιωτικής γραμματείας. Γεννημένες στη Σκωτία το 1843, ανέπτυξαν από νωρίς έντονο ενδιαφέρον για τις γλώσσες, τη θεολογία και την ιστορία της Ανατολής, καλλιεργώντας μια εντυπωσιακή πολυγλωσσία που περιλάμβανε, μεταξύ άλλων, τα ελληνικά, τα αραβικά και τα συριακά. Ιδιαίτερα γνωστές έγιναν για τα ταξίδια τους στην Εγγύς Ανατολή και για την ενασχόλησή τους με τα χειρόγραφα της Μονής της Αγίας Αικατερίνης Σινά, όπου εντόπισαν και μελέτησαν σημαντικά συριακά παλίμψηστα, συμβάλλοντας ουσιαστικά στην κριτική του βιβλικού κειμένου. Οι δύο αδελφές διέθεσαν επίσης σημαντικούς πόρους για την ενίσχυση της έρευνας στο Westminster College του Cambridge, αφήνοντας διαρκές αποτύπωμα τόσο στις ανατολικές σπουδές όσο και στη μελέτη των χριστιανικών κειμένων.
Η Agnes Smith Lewis δημοσίευσε και ταξιδιωτικά έργα, ένα εκ των οποίων το Glimpses of Greek Life and Scenery, στο οποίο προσέφερε πολύτιμες μαρτυρίες για την Ελλάδα του 19ου αιώνα. Από το θαυμάσιο αυτό έργο, το γεμάτο γνώσεις και λυρισμό, μετέφρασα (με τη βοήθεια της τεχνολογίας) το απόσπασμα που αφορά το γενέθλιο τόπο μου και το δημοσιεύω ετούτες τις βροχερές ανοιξιάτικες ημέρες που περιμένουμε τη Λαμπρή. Μέρες παρόμοιες με εκείνες τις βροχερές του Απριλίου του 1883, όταν έφτασε η Agnes στη Λακεδαίμονα. Μπήκε στον τόπο από τα χωριά του Πάρνωνα, έφτασε στη Σπάρτη και βγήκε από τα χωριά του Ταϋγέτου, σε ένα διάστημα περίπου δέκα ημερών.
Οι λίγες υποσημειώσεις είναι για να δικαιολογήσουν μια κάποια επιστημοσύνη στο εγχείρημα και να βοηθήσουν τον αναγνώστη να παρακολουθήσει καλύτερα την περιήγηση. Ανάμεσα στο κείμενο παρεμβάλλονται και κάποιες φωτογραφίες του τόπου, όσο παλαιότερες μπόρεσα να βρω, ταιριαστές σε όσα περίπου αντίκρισε η πολυταξιδεμένη Βρετανίδα. Οι περιγραφές της, γεμάτες ευαισθησία και σεβασμό προς την κοίλη γη των θεών, αποτελούν μια σπάνια και εξαιρετική μαρτυρία από τον ύστερο 19ο αιώνα για τον τόπο και τους ανθρώπους του, τη φύση, την αρχιτεκτονική και τη λαογραφία.
(σ. 131) Το επόμενο πρωί, 19 Απριλίου, σηκωθήκαμε πριν από τις έξι και, μετά το πρωινό, καθίσαμε σχεδόν μια ώρα στο πρόχειρο μπαλκόνι, χαζεύοντας τις προετοιμασίες για την αναχώρησή μας (σ.μ. είχαν διανυκτερεύσει στην Τρίπολη). Ο Άγγελος είχε κανονίσει τρεις γεροδεμένους αγωγιάτες, όλους ντυμένους με την εθνική φορεσιά, μαζί με πέντε άλογα και τέσσερα μουλάρια. Τα ζώα τα έβγαζαν ένα-ένα από έναν στάβλο ακριβώς απέναντι από τον στενό δρόμο, και όσο φόρτωναν τα πράγματα, μαζεύτηκε κόσμος από περιέργεια, ενώ μερικά γουρούνια με τα μικρά τους κυλιούνταν στη σκόνη. Ήταν μια κρίσιμη στιγμή, καθώς έπρεπε να τακτοποιηθούν οι αγγλικές μας σέλες και τα χαλινάρια. Τα άλογα δέχτηκαν πρόθυμα τα χαλινάρια, αλλά οι άνθρωποι κάθε άλλο παρά ευχαριστημένοι ήταν γιατί (σ. 132) μπερδεύονταν για το πώς να στερεώσουν τα λουριά. Ο Αλέξανδρος μας βοήθησε να ανεβούμε με αρκετή επιδεξιότητα, και ο Γαλάνης, ένας από τους αγωγιάτες, άρχισε να μου δίνει οδηγίες για τα γκέμια.
Μην τον δοκιμάζεις με το απλό χαλινάρι, είπε, αλλά να εμπιστεύεσαι το άλλο.
Του είπα πως έκανε εντελώς λάθος και ότι έπρεπε να αρχίσω περνώντας το δεύτερο γκέμι πάνω από το μπροστινό τόξο της σέλας και να το αφαιρέσω όταν το άλογό μου θα είχε συνηθίσει λίγο το απλό χαλινάρι.
Ο Γαλάνης και ο Ιωάννης περπατούσαν πάντα δίπλα μας. Ο πρώτος ήταν ξανθός, ευλύγιστος και στητός· φαινόταν να θεωρείται ο πιο όμορφος της συντροφιάς. Ο Ιωάννης ήταν μελαχρινός και ελαφρώς καμπουριαστός· είχε, κατά τη γνώμη μου, ένα πιο συμπαθητικό πρόσωπο. Ο Δημήτρης συνόδευε πάντα τα ζώα με το φορτίο, καθώς ήταν ο ιδιοκτήτης τους· ξεχώριζε από τους άλλους τόσο στο ύψος όσο και στη δύναμη. Ο Άγγελος είχε πάρει το χειρότερο άλογο απ’ όλα· ήταν βρόμικο, κακότροπο και φοβητσιάρικο. Η Βάιολετ ίππευε ένα δυνατό άσπρο ζώο, που, όπως όλα τα άλλα του χρώματός του, λεγόταν Ψαρή. Το δικό μου (σ. 133) έφερε την τουρκική ονομασία καρά, δηλαδή μαύρο. Η Έντιθ είχε ένα πολύ μικρότερο ζώο του ίδιου χρώματος και με το ίδιο όνομα.
Ύστερα από μιάμιση ώρα πορείας φτάσαμε στη θέση της Τεγέας, μιας πόλης που συμμετείχε στους Τρωικούς και Περσικούς πολέμους και στον ναό της Αθηνάς της οποίας φυλασσόταν επί μακρόν το δέρμα του Καλυδώνιου κάπρου. Τα μόνα κατάλοιπα της αρχαιότητας που σώζονται σήμερα είναι εκείνα μιας εξαιρετικά όμορφης βυζαντινής εκκλησίας, που στέκεται ανάμεσα σε καταπράσινα χωράφια και γοητεύει το βλέμμα τόσο με τις χαριτωμένες γραμμές των πέντε μικρών, τέλειων τρούλων της όσο και με τον πλούτο των χρωμάτων της. Είναι χτισμένη πάνω στα γερά θεμέλια ενός αρχαίου ναού, πολλά από τα λευκά μαρμάρινα μέλη του οποίου έχουν ενσωματωθεί στους θερμούς καστανούς τοίχους της. Αφού περάσαμε από το βρόμικο χωριό Πιάλι[1] και δεχτήκαμε τις επιθέσεις αρκετών σκυλιών, ανηφορίσαμε έναν απότομο, πετρώδη λόφο και κατόπιν βρεθήκαμε στην σχεδόν ξερή κοίτη ενός ποταμού.
«χαρά Θεού», φώναξε ο Άγγελος, «όταν ήμουν εδώ πριν από τρεις εβδομάδες, έπρεπε να περάσουμε καβαλώντας μέσα από έναν κατακλυσμό νερού».
Οι κυριότερες δυσκολίες που συναντήσαμε ήταν με τα μουλάρια (σ. 134) και τα γαϊδούρια φορτωμένα με κοφίνια. Ο Γαλάνης συνήθως περπατούσε μπροστά από τη μικρή μας πομπή και ο Ιωάννης πίσω, για να απομακρύνει τέτοια εμπόδια.
Ξεκουραστήκαμε για λίγο μετά το μεσημέρι στη σκιά ενός δέντρου, του μοναδικού στο κέντρο μιας μικρής, στρογγυλής κοιλάδας, περικυκλωμένης από πετρώδεις λόφους, που λεγόταν Μαυράκι[2].
Ο Άγγελος έστειλε έναν χωρικό, που δούλευε σκαλίζοντας σε ένα αμπέλι, να φέρει νερό, και κατόπιν κάλεσε τον καλοκάγαθο άνθρωπο να φάει μαζί του. Όταν προσπαθήσαμε να πιάσουμε κουβέντα μαζί του, διαπιστώσαμε πως δεν μπορούσε καν να συλλάβει ότι είχαμε έρθει από πιο μακριά από την Τριπολιτσά ή ότι θα προχωρούσαμε πέρα από τη Σπάρτη, όπου πίστευε πως θα είχε τη χαρά να μας ξανασυναντήσει μία εβδομάδα αργότερα. Έπειτα διαπιστώσαμε ότι ο Γαλάνης και ο Ιωάννης δεν είχαν φέρει καθόλου κριθάρι, καθώς υπολόγιζαν ότι θα έβρισκαν στην Κρύα Βρύση[3]. Έτσι, ανεβαίνοντας όσο πιο γρήγορα μπορούσαμε στα άλογα, μπήκαμε σε μια άλλη κοίτη, εκείνη του Σαρανταπόταμου, που, όπως και η προηγούμενη, ελισσόταν ανάμεσα σε πετρώδεις λόφους. Έπεσε μια ελαφριά βροχή, που μας ανάγκασε να φορέσουμε τα αδιάβροχά μας. Η κουκούλα μου, ευτυχώς, χωρούσε πάνω από το καπέλο μου, πράγμα που με γλίτωσε από το να (σ. 135) χτυπά η ομπρέλα στα κλαδιά των δέντρων.
Φτάσαμε στο μικρό χάνι στην Κρύα Βρύση, που βρισκόταν στο σημείο όπου χωρίζονται τα νερά τριών ποταμών, οι οποίοι κατευθύνονται αντίστοιχα προς τη Λακωνία, την Αρκαδία και τη Ζαρωνία[4]. Ήταν μια βρόμικη πέτρινη καλύβα και, παρά τη βροχή, προτιμήσαμε να καθίσουμε απ’ έξω. Ποτέ δεν είχα δει πιο κακόμοιρο βρέφος από το παιδί του ιδιοκτήτη· ήταν τόσο βρόμικο που απορούσα πώς ο Άγγελος μπορούσε να το χαϊδεύει. Ο άνθρωπος δεν είχε καθόλου κριθάρι για τα καημένα τα άλογά μας, κι έτσι ξεκινήσαμε πάλι και μας έπιασε δυνατή μπόρα. Μέσα απ’ αυτήν διακρίναμε πότε-πότε, μακριά στα δεξιά μας, τη χιονισμένη οροσειρά του Ταΰγετου. Η βροχή δυνάμωσε κι άλλο, και καθώς ανεβαίναμε έναν απότομο, πετρώδη λόφο, προσπαθούσαμε να διακρίνουμε την Αράχωβα[5]. Δύο ώρες, μία ώρα, τρία τέταρτα ήταν οι απαντήσεις που παίρναμε όταν ρωτούσαμε πόσο δρόμο είχαμε ακόμη. Τα μονοπάτια ήταν σχεδόν τόσο άσχημα όσο εκείνα της Παλαιστίνης, αλλά τα άλογά μας πατούσαν σταθερά τόσο στην ανηφόρα όσο και στην κατηφόρα.
Τελικά διακρίναμε κάποια σπίτια και μας συνάντησε μια γραφική ομάδα γυναικών που γύριζαν από τις δουλειές στα χωράφια. Σκαρφαλώσαμε με κόπο κάτι φοβερές ανηφόρες ώσπου φτάσαμε στη μικρή, γκρίζα, ερημική πόλη. Σκύλοι όρμησαν γαβγίζοντας από κάθε πόρτα (σ. 136) και ήταν πραγματική χαρά να δούμε το φωτεινό πρόσωπο του Αλέξανδρου σ’ ένα πρόχειρο ξύλινο μπαλκόνι. Μας υποδέχτηκε σ’ ένα μεγάλο δωμάτιο χωρίς τζάμια στα παράθυρα, αλλά με γερά παντζούρια· έσπευσε να φέρει τσάι και, στις οκτώμισι, καθίσαμε για ένα εξαιρετικό δείπνο. Ο Αλέξανδρος είχε χτυπήσει την πλάτη του, καθώς του έπεσε πάνω της ένα από τα κρεβάτια μας. Ένα από τα στρώματά μας είχε μια τρύπα, από την οποία έβγαιναν μικρά κομμάτια φελλού· ωστόσο η Έντιθ το επιδιόρθωσε.
Η παρουσία μας, φαίνεται, ήταν αφορμή καυχήματος για τη νεαρή οικοδέσποινά μας, που ήταν μόλις δεκαεπτά χρονών και παντρεμένη εδώ και δύο χρόνια. Οι κάτοικοι της Αράχωβας συναγωνίζονται μεταξύ τους για την τιμή να φιλοξενούν ξένους. Αλλά ο τόπος είναι τόσο απομονωμένος, ώστε θα μπορούσε κανείς να φανταστεί πως η κυβέρνηση στην Αθήνα θα μπορούσε να ανατραπεί χωρίς να το μάθουν καν.
Το επόμενο πρωί ξυπνήσαμε βλέποντας το φως της ημέρας να περνά μέσα από τις χαραμάδες των παντζουριών και από αμέτρητες τρύπες στη στέγη. Μας συνόδευε επίσης ένα «κονσέρτο» από κοκόρια. Ενώ οι αγωγιάτες ήταν απασχολημένοι ετοιμάζοντας τα πράγματά μας, η Έντιθ έδωσε ένα από τα μικρά της ευαγγέλια στη νεαρή σπιτονοικοκυρά. Εκείνη άρχισε αμέσως να διαβάζει μεγαλόφωνα (σ. 137) την αρχή του Κατά Ματθαίον, από τον δέκατο όγδοο στίχο του πρώτου κεφαλαίου. Το έκανε με τόση απλότητα και ευλάβεια, που δεν μπορούσε κανείς παρά να σκεφτεί πόσο κοντά βρισκόταν και η ίδια στην ηλικία της Παναγίας όταν της αναγγέλθηκε το θεϊκό μήνυμα. Τη ρωτήσαμε πού είχε μάθει γράμματα.
- Στο σχολείο εδώ, απάντησε.
Στάθηκε για λίγο σκεφτική· ύστερα ένα χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό της.
- - Α, αυτή είναι η
χώρα της βασίλισσας Βικτωρίας,
είπε, και του κυρίου Γκλάντστοουν. Αυτός προστατεύει την Ελλάδα.
Κοιτάζοντας τα λαμπερά μαύρα μάτια της, νιώσαμε μεγάλες ελπίδες για έναν λαό που μπορεί να γεννά μια χωρική γυναίκα σαν την κυρία Γεωργίου[6]. Και νιώσαμε ευγνωμοσύνη για εκείνο το ανείπωτο δώρο που ενώνει τους ανθρώπους από κάθε γωνιά της γης σε μια κοινή συμπάθεια.
Έπειτα μας σύστησαν στον πεθερό της, έναν γέροντα που είχε πολεμήσει στην Επανάσταση. Ομάδες από αγρότισσες είχαν μαζευτεί στην πόρτα για να παρακολουθήσουν το φόρτωμα των αλόγων μας. (σ. 138) Η ζωή τους είναι πράγματι σκληρή, και χαρήκαμε που μπορέσαμε να τους δώσουμε έστω και λίγη ποικιλία.
Ξεκινώντας στις εννιάμισι,
κατεβήκαμε από ένα απότομο, πετρώδες μονοπάτι στην κοίτη του Κελεφίνα[7],
όπου έτρεχε ένα ζωηρό ρυάκι. Τα ζώα του φορτίου μάς ακολουθούσαν. Ο Άγγελος
είχε παραχωρήσει στον Αλέξανδρο το κακόμοιρο μικρό του άλογο. Το καημένο
φαίνεται πως μετάνιωσε για την αλλαγή, γιατί, παρόλο που είχε λιγότερο βάρος να
κουβαλήσει, είχε τώρα καβαλάρη το ίδιο άγριο και αποφασισμένο όσο και το ίδιο.
Περισσότερες από μία φορές την προηγούμενη μέρα μας είχε κάνει να γελάσουμε με
τις προσπάθειές του να μην αφήσει τον Άγγελο να το καβαλήσει. Τώρα εκείνος ίππευε
χωρίς χαλινάρι, κι έτσι συχνά μου παραχωρούσε την πρωτοπορία της ομάδας, για να
την ξαναπαίρνει όμως όταν ο δρόμος γινόταν αβέβαιος.
Οι λόφοι ήταν γεμάτοι με τον
κίτρινο φλόμο, δηλαδή γαϊδουράγκαθο. Αυτό, όπως μου είπαν, σε ορισμένες
εποχές προκαλεί πυρετό, γι’ αυτό και καμιά φορά στέλνουν στρατιώτες να το
κόψουν. Το χώμα είχε τώρα κοκκινωπό χρώμα. Ο δρόμος μας ήταν μια συνεχής
διάσχιση και ξαναδιάσχιση του ρέματος, και διασκεδάζαμε πολύ βλέποντας την
επιδεξιότητα του Γαλάνη και του Ιωάννη, που πηδούσαν έτσι ώστε να μη βρέξουν τα
παπούτσια τους (σ. 139) ή τις άσπρες περικνημίδες τους. Έπρεπε επίσης να
προσέχουμε συνεχώς μήπως κανένα προεξέχον κλαδί μας ρίξει τα καπέλα.
Οι λόφοι στο τέλος σκεπάστηκαν
από σχίνους, η μέρα ζέστανε και χαρήκαμε που σταματήσαμε για ξεκούραση στις
δώδεκα και μισή, κοντά στο χάνι του Κρεββατά[8].
Εκεί μας κέρασαν ψητές μπριζόλες, μαγειρεμένες από τον Γιάννη, και λίγες
σταφίδες, αποχαιρετιστήριο δώρο από την οικογένεια Γεωργίου. Παράξενο, δεν τις
είχαμε καν προσέξει, παρόλο που κρέμονταν από τα δοκάρια του δωματίου όπου
κοιμόμασταν. Βρισκόμασταν τώρα στη Λακεδαίμονα, αλλά απείχαμε ακόμη πολύ από το
να ζούμε Σπαρτιατικά.
Προσπαθούσα να κοιμηθώ κάτω από κάτι σχίνους, όταν ήρθε το σύνθημα να ξανανεβούμε στ’ άλογα. Ξεκινήσαμε στις δύο και περάσαμε έναν λόφο από ένα πετρώδες μονοπάτι. Η βλάστηση άλλαζε γρήγορα, με τους σχίνους και λίγες ανθισμένες κουμαριές να παίρνουν τη θέση του γαϊδουράγκαθου. Η Έντιθ κι εγώ ακολουθήσαμε το παράδειγμα του Άγγελου και κατεβήκαμε, περπατώντας για περισσότερο από μία ώρα. Τελικά φτάσαμε στην κορυφή ενός λόφου και η θέα που απλώθηκε μπροστά μας ήταν πραγματικά εντυπωσιακή. Κάτω μας απλωνόταν μια βαθιά, πλατιά κοιλάδα, με μια αλυσίδα από μικρούς πράσινους λόφους να τη διατρέχει. Στην απέναντι πλευρά υψωνόταν (σ. 140) ο γιγάντιος όγκος του Ταΰγετου, με απότομα φαράγγια και χιονισμένες κορυφές χαμένες μέσα στα σύννεφα. Από το σημείο όπου βρισκόμασταν απλώνονταν προς τα κάτω διαδοχικές ήπιες πλαγιές, σκεπασμένες με ελιές και φωτισμένες από τα άνθη του κίτρινου ασπάλαθου. Το φυτό αυτό διαφέρει από το αγγλικό συγγενικό του, καθώς είναι πιο ψηλό και πιο λεπτό. Το κλίμα, λέγεται, επηρεάζει τα δέντρα και τα λουλούδια όπως ακριβώς και τον άνθρωπο.
Τελικά ξανανεβήκαμε στ’ άλογα και, κατεβαίνοντας από ένα κατηφορικό και επικίνδυνο μονοπάτι, φτάσαμε στην κοίτη ενός μικρού ρέματος, το οποίο ακολουθήσαμε προς τα κάτω ως τον γοργορέοντα Ευρώτα. Σταματήσαμε στην όχθη και συζητήσαμε για λίγο αν έπρεπε να τον περάσουμε καβάλα ή να δοκιμάσουμε τη στενή γέφυρα, λίγο πιο πάνω. Όλοι προτίμησαν τη γέφυρα, κι έτσι στρέψαμε τα άλογά μας προς τα εκεί. Πρέπει να πω ότι, αν ξέραμε πόσο απότομη ήταν και πόσο ήταν στρωμένη με μικρές, λείες και γλιστερές πέτρες, θα είχαμε προτιμήσει το πέρασμα από το ποτάμι. Και πώς να περιγράψω την προσέγγιση προς τη Σπάρτη; Μπροστά μας υψώνονταν οι σκοτεινοί βράχοι του Ταΰγετου, από τα πιο επιβλητικά που έχω δει ποτέ, με τις λευκές κορυφές τους να χάνονται μέσα στα σύννεφα. Είχε άραγε η αυστηρότητά τους κάποια επίδραση στον (σ. 141) Σπαρτιατικό χαρακτήρα; Ανεβήκαμε έναν λόφο, στην κορυφή του οποίου βρίσκονται η παλιά Ακρόπολη και τα ερείπια ενός ρωμαϊκού θεάτρου. Από εκεί περάσαμε μέσα από μουριές σε ελαιώνες. Ανάμεσα στους γέρικους, ροζιασμένους κορμούς απλώνονταν αμέτρητα κοπάδια προβάτων, που τα φρόντιζαν πολύ όμορφοι άνδρες και γυναίκες, καθώς και μικρά κορίτσια που κρατούσαν νεογέννητα αρνιά, όλοι ντυμένοι γραφικά με την εθνική φορεσιά. Δύσκολα θα μπορούσε κανείς να φανταστεί κάτι που να θυμίζει πιο ζωντανά την ειδυλλιακή ζωή της παλιάς Ελλάδας.
Ο Άγγελος μάς προκάλεσε να
κατονομάσουμε οποιοδήποτε ελβετικό τοπίο που να μπορεί να συγκριθεί με αυτό.
Ήταν πράγματι μοναδικό. Από τη μία υψώνονταν οι απότομοι, επιβλητικοί γκρεμοί
και οι χιονισμένες κορυφές του Ταΰγετου, και από την άλλη μια σειρά από
όμορφους λόφους, που έλαμπαν με το κόκκινο χώμα και το πράσινο της βλάστησης·
γύρω μας άφθονη νότια βλάστηση, ελαιώνες και χρυσαφένια πορτοκάλια που
κρέμονταν πάνω από λευκούς τοίχους. Η σύγχρονη πόλη φαίνεται πως είναι αρκετά
καινούργια. Έχει φαρδιούς δρόμους και γερά, περιποιημένα σπίτια. Και η ικανοποίησή
μας δεν μειώθηκε καθόλου όταν μας οδήγησαν σε ένα όμορφο, ασβεστωμένο δωμάτιο,
με καλοτριμμένο πάτωμα, ένα καλό χαλί, και τον Αλέξανδρο να ανοίγει τα κρεβάτια
μας. Υπήρχαν (σ. 142) παράθυρα και πόρτες που άνοιγαν σε δύο μπαλκόνια, από τα
οποία το ένα έβλεπε σ’ έναν πορτοκαλεώνα και μας έκανε να σκεφτούμε το Σορέντο[9]
φυτεμένο στο Ιντερλάκεν[10].
Η Σπάρτη είναι μία από τις πιο όμορφες πόλεις της Ευρώπης· κι όμως, καθώς
καθίσαμε στο καλομαγειρεμένο δείπνο μας, δεν νιώσαμε καμία λύπη που δεν την
είχαμε δει στην εποχή του Λυκούργου.
Ξύπνησα, ύστερα από έναν καλό ύπνο, και διαπίστωσα ότι το κρεβάτι μου είχε ήδη καταληφθεί από εκείνα τα πλάσματα που ο Αριστοφάνης αποκαλούσε σκωπτικά κορίνθιοι[11]. Ήταν όμως εντελώς νωθρά και ούτε στιγμή δεν είχαν διαταράξει τον ύπνο μου. Αυτό, υποθέτω, οφειλόταν στη μυρωδιά της σκόνης του Κήτινγκ[12], που είχα τινάξει μέσα και κατόπιν ξανατινάξει στην Αράχωβα, αφού είχα προσέξει πολλή σκόνη στο πάτωμα. Δυσκολευόμασταν να πιστέψουμε ότι είχαμε φέρει αυτά τα παράσιτα από το σπίτι της κυρίας Γεωργίου, και τελικά, από όσα μάθαμε, η Σπαρτιάτισσα σπιτονοικοκυρά παραδέχτηκε την παρουσία τους, επιμένοντας όμως ότι είχαν έρθει με τα έπιπλα κάποιου προηγούμενου ενοίκου. Όλη μέρα έβρεχε καταρρακτωδώς, κι έτσι αρχίσαμε να βαριόμαστε το όμορφο δωμάτιό μας.
(σ. 143) Την επόμενη μέρα, 22 Απριλίου, ήταν η ελληνική Κυριακή των Βαΐων, κι έτσι βγήκαμε γύρω στις εννιάμισι για να παρακολουθήσουμε τη λειτουργία. Είχαμε μια υπέροχη θέα προς τον Ταΰγετο, του οποίου οι χιονισμένες κορυφές δεν φαίνονταν τόσο ψηλές μέσα στο καθαρό φως του ήλιου. Η εκκλησία ήταν σε πολύ ετοιμόρροπη κατάσταση, αλλά γύρω της έμπαιναν ήδη τα θεμέλια μιας καινούργιας[13]. Φτάσαμε όταν η λειτουργία είχε τελειώσει και, καθώς κατεβαίναμε τον δρόμο, συναντήσαμε έναν τοπικό καθηγητή, στον οποίο μας σύστησε ο Άγγελος. Εκείνος μας οδήγησε στο μουσείο. Πρόκειται για ένα μικρό κτίριο, διακοσμημένο με ιωνικούς κίονες (γιατί όχι δωρικούς;), που περιέχει μερικά γλυπτά και ανάγλυφα που βρέθηκαν στην περιοχή. Ανάμεσά τους υπάρχουν δύο κεφαλές που υποτίθεται ότι παριστάνουν τον Λυκούργο, ένας ωραίος αλλά ακρωτηριασμένος Απόλλωνας, και μια πολύ αρχαία παράσταση της συνάντησης της Ηλέκτρας με τον Ορέστη. Από εκεί περάσαμε σ’ έναν μικρό πορτοκαλεώνα, που ανήκε σε ένα μάλλον φτωχικό σπίτι, όπου η Αρχαιολογική Εταιρεία είχε κατασκευάσει μια ασβεστωμένη στέγη πάνω από ένα εξαιρετικά αξιόλογο ρωμαϊκό ψηφιδωτό. Είναι σχεδόν άθικτο και παριστάνει την Ευρώπη[14].
Ρωτήσαμε τον κύριο Μ. και έναν
ακόμη κύριο για το χειμερινό κλίμα, και οι δύο (σ. 144) συμφώνησαν πως είναι
εξαιρετικά ήπιο. Λεμόνια όμως δεν ευδοκιμούν στη Σπάρτη. Κόψαμε μερικά
πορτοκάλια από τα δέντρα και σχεδόν νιώσαμε σαν να βρισκόμασταν πάλι στη
Δαμασκό. Τι υπέροχος τόπος για χειμερινή διαμονή θα μπορούσε να είναι!
Προστατεύεται από τον βορρά, την ανατολή και τη δύση από ψηλά βουνά, και το
τοπίο του ξεπερνά σε μεγαλείο οτιδήποτε στη Ριβιέρα. Ο αμαξιτός δρόμος που
κατασκευάζεται τώρα από την Τριπολιτσά θα διευκολύνει την πρόσβαση. Μια
συντομότερη διαδρομή θα ήταν από το λιμάνι του Γυθείου (εννέα ώρες). Φοβόμαστε
πως ένας σιδηρόδρομος θα χαλούσε την ειδυλλιακή του ομορφιά. Οι εύποροι Έλληνες
που χτίζουν ωραίες επαύλεις στην Αθήνα θα έκαναν καλά να καταφεύγουν εδώ για να
ξεφεύγουν από τη σκόνη της.
Είχαμε κρατήσει για το απόγευμα
μια μικρή απόλαυση: έναν περίπατο προς την παλαιά Ακρόπολη. Δυνατές βροχές
ματαίωσαν το σχέδιό μας. Ο Ταΰγετος χάθηκε μέσα σε πυκνές, αδιαπέραστες
ομίχλες, και οι πλατιοί δρόμοι σύντομα μετατράπηκαν σε ορμητικά ρυάκια.
Την προηγούμενη μέρα είχαμε
φωνάξει μια πλύστρα. Μας έφερε μια στοίβα από κάτασπρα λινά, έχοντας
ολοκληρώσει τη δουλειά της μέσα σε μεγάλες δυσκολίες. Αυτό είναι ένα από τα
λίγα σημεία (σ. 145) όπου οι ανέσεις του ελληνικού ταξιδιού ξεπερνούν εκείνες του
συριακού.
Όταν η βροχή σταμάτησε, γύρω στις
πέντε και μισή, βγήκαμε για έναν περίπατο προς τη θέση της αρχαίας πόλης. Προχωρώντας
με κόπο μέσα σε τρομερή λάσπη και πηδώντας πάνω από διάφορα χαντάκια, φτάσαμε
στον λόφο όπου σώζονται λίγα μόνο ίχνη αρχαίων οικοδομημάτων. Ο Παυσανίας λέει
πολύ σωστά ότι η Ακρόπολη της Σπάρτης δεν βρισκόταν σε λόφο ώστε να φαίνεται
καθαρά, αφού μέσα στην πόλη υπήρχαν πολλοί άλλοι, αν και χαμηλότεροι, λόφοι.
Πρέπει λοιπόν να ήταν πολύ καλά προφυλαγμένη από επιθέσεις ξένων εχθρών, καθώς
περιβαλλόταν από εκτάσεις δύσβατες ακόμη και σήμερα. Ήταν, επομένως, διπλά
παράδοξο που οι Σπαρτιάτες ζητούσαν από τους Αθηναίους να ακολουθήσουν το
παράδειγμά τους και να αφήσουν την πόλη τους χωρίς τείχη. Όταν ο Δημήτριος,
γιος του Αντιγόνου της Μακεδονίας, τους απείλησε πραγματικά με εισβολή τον 4ο
αιώνα π.Χ., διαπιστώνουμε ότι οχύρωσαν την πόλη τους με τάφρους και
πασσαλόφρακτα.
Γύρω υψώνεται ένα αμφιθέατρο από
βουνά και τα χρώματα της πεδιάδας είναι απλώς εξαίσια. Υπάρχει το ήρεμο πράσινο
της ελιάς, η πιο ζωηρή απόχρωση της μουριάς και οι γυαλιστεροί πορτοκαλεώνες,
μαζί με το λαμπερό πράσινο των φρεσκοσπαρμένων (σ. 146) σιτηρών που κάλυπταν το
έδαφος. Μια σειρά από χιονισμένα βραχώδη υψώματα στα δυτικά και από κοκκινωπούς
λόφους στα ανατολικά σχηματίζουν ένα τέλειο καλειδοσκόπιο χρωμάτων. Είδαμε το
χωριό Μυστρά σκαρφαλωμένο στην πλαγιά του λόφου του και κοιτάξαμε κάτω προς το
τμήμα ενός μεγάλου φυσικού αμφιθεάτρου, καθώς προσπαθούσαμε να διακρίνουμε ποια
θα ήταν η πορεία μας για την επόμενη μέρα.
(σ. 147) Φύγαμε από τη Σπάρτη περίπου
στις εννιάμισι, στις 23 Απριλίου. Ο δρόμος μας περνούσε από την παλιά Ακρόπολη
και για κάποιο διάστημα ήταν ο ίδιος με εκείνον που είχαμε ακολουθήσει την
Παρασκευή. Πυκνές μάζες σύννεφων σκέπαζαν τον Ταΰγετο, και τελικά ένα από αυτά
ξέσπασε πάνω από τα κεφάλια μας σε δυνατή μπόρα. Συνεχίσαμε, ωστόσο, ελπίζοντας
σε καλύτερο καιρό, αλλά στο τέλος κρίναμε φρόνιμο να καταφύγουμε στο χάνι του
Ζαχαρία. Πρόκειται για ένα μεγάλο, μισοτελειωμένο σπίτι, του οποίου μόνο το
ισόγειο είχε ολοκληρωμένους τοίχους, ενώ τα επάνω υψώνονταν γυμνά και άχαρα από
πάνω. Μας οδήγησαν σ’ ένα μεγάλο δωμάτιο, με μια γεμάτη τρύπες (σ. 148) σκεπή,
όπου καθόταν μια χήρα με τα δυο παιδιά της δίπλα σε μια φωτιά από κλαδιά. Ένα
μέρος του δωματίου ήταν χωρισμένο με ένα λεπτό πλέγμα από ψάθα· χρησίμευε,
υποθέτω, ως χώρος ύπνου της. Κρεμάσαμε τα βρεγμένα αδιάβροχά μας πάνω στον
πρόχειρο αργαλειό της και κρατούσαμε τα πόδια μας σηκωμένα πάνω από τα ξερά
αγκάθια που έτριζαν. Το μεγαλύτερο μέρος του χώρου καταλαμβανόταν από μεγάλα
ψάθινα πιθάρια αλειμμένα με πηλό. Ανάμεσά τους δυο σκυλιά, που μας είχαν
επιτεθεί άγρια την Παρασκευή, ήταν κουλουριασμένα δίπλα σε κατσίκια και κότες.
Η γυναίκα καθόταν σε ένα χαμηλό
σκαμνί και έραβε με επιμέλεια ένα λευκό μάλλινο «σαγγούρι»[15],
δηλαδή ένα γυναικείο επάνω ένδυμα, που, όπως είπε, θα ήταν έτοιμο για τη λαμπρά[16],
όπως αποκαλούσε την Κυριακή του Πάσχα. Σε μια γωνιά στεκόταν μια ετερόκλητη
ομάδα περαστικών, κυρίως νέοι από τα γειτονικά χωριά. Η Βάιολετ τούς κάλεσε να
πλησιάσουν στη φωτιά, αλλά εκείνοι αρνήθηκαν με ευγένεια, και η γυναίκα μας
εξήγησε ότι οι άνδρες δεν κρυολογούν ποτέ. Σε κάθε τους παράπονο για τον καιρό
απαντούσε πως έπρεπε να θυμούνται ότι ήταν καλός για τις καλλιέργειες. Σηκώθηκε
από το μικρό της σκαμνί και έβαλε τα παιδιά της να σηκωθούν, για να μας
ετοιμάσει θέσεις, βάζοντας το ένα σκαμνί πάνω στο άλλο. Φαινόταν τόσο ζωηρή και
έξυπνη, που δεν μπορούσαμε παρά να λυπηθούμε που (σ. 149) μια τέτοια ζωή περνιέται
μέσα σ’ ένα χάνι. Η κόρη της στεκόταν πεισματικά έξω στη βροχή, για να μας
ειδοποιήσει τη στιγμή που θα καθάριζε ο καιρός. Σε κάθε μας διαμαρτυρία
απαντούσε μόνο, είμαι μεμαθημένη.
Το μικρό αγόρι θα ήταν θαυμάσιο
θέμα για ζωγράφο. Στεκόταν κρατώντας ένα μικρό ραβδί στο χέρι, με τα μαύρα
μάτια του, το σταρένιο δέρμα και τα κανονικά του χαρακτηριστικά να
αναδεικνύονται από τα γραφικά του ρούχα.
Τελικά βγήκε ο ήλιος και, ύστερα
από μία ώρα αναμονής, ξανανεβήκαμε στ’ άλογα. Η προετοιμασία μας αυτή φάνηκε να
ενδιαφέρει τη χήρα όσο ακριβώς είχαν ενδιαφέρει κι εμάς οι δικές της ασχολίες.
Ζει στο χάνι από συνήθεια, όντας ιδιοκτήτρια ενός μικρού χωραφιού και έχοντας
καταλάβει το κτίριο όταν εγκαταλείφθηκε από έναν αξιωματικό, που το είχε
αρχίσει με σκοπό να το κάνει κατοικία, αλλά, υποθέτω, του τελείωσαν τα χρήματα.
Τα μονοπάτια είχαν τώρα
μετατραπεί σε ρυάκια από λάσπη, και καμιά φορά δυσκολευόμασταν να περάσουμε τα
άλογά μας από μέσα τους. Ακολουθήσαμε την πορεία του Ευρώτα, πότε μέσα από
πυκνούς σχίνους και ανθισμένους ασπάλαθους, πότε κάτω από ελιές και μουριές,
των οποίων τα κλαδιά (σ. 150) ήταν κάτι που έπρεπε συνεχώς να αποφεύγουμε. Γύρω
στη μία και μισή σταματήσαμε σ’ ένα σημείο όπου μια δροσερή πηγή ανάβλυζε από
την πλαγιά, και φάγαμε βιαστικά το μεσημεριανό μας, ρίχνοντας ταυτόχρονα
ανήσυχες ματιές στα σύννεφα που άρχιζαν πάλι να συγκεντρώνονται στον καθαρό
ουρανό.
Έπειτα ξεκινήσαμε ξανά και, αφού περάσαμε τον Ευρώτα, ανηφορίσαμε προς μια συστάδα από σπίτια, που λεγόταν τα Καλύβια Γεωργιτσίου[17], δηλαδή οι καλύβες όπου οι κάτοικοι του χωριού κατεβαίνουν για να περάσουν τον χειμώνα. Ο Άγγελος σταμάτησε μπροστά σ’ ένα ψηλό, τριώροφο σπίτι, που το περιέβαλλαν από όλες τις πλευρές ξύλινα μπαλκόνια. Αφού χαιρετήσαμε τον ιδιοκτήτη, ανεβήκαμε πρώτα από μια απότομη εξωτερική σκάλα, ύστερα από μια άλλη εξωτερική και τέλος από μια εσωτερική, ώσπου φτάσαμε στο πιο ευχάριστο και παράξενο δωμάτιο που είχαμε δει ποτέ. Είχε διαστάσεις περίπου επτά επί τέσσερα μέτρα· είχε τρεις πόρτες, που όλες έβγαζαν σε ευρύχωρα μπαλκόνια, και αντίστοιχα παράθυρα, όπου τα γερά παντζούρια έκαναν τη δουλειά των τζαμιών· στους τοίχους υπήρχαν τρύπες κάθε σχήματος και μεγέθους, που χρησίμευαν για την αποθήκευση κάθε λογής πραγμάτων. Επιπλέον, είχε δύο καλούς καναπέδες. Η στέγη του ήταν πραγματικό έργο τέχνης: αποτελούνταν από γερά σανίδια, επενδεδυμένα με μικρές λωρίδες ξύλου σε σχήμα ρόμβου, δημιουργώντας ένα αποτέλεσμα που θύμιζε κάπως (σ. 151) ένα οροπέδιο όπως του Μαριενμπάντ[18]. Στην πραγματικότητα, ήταν μια στέγη πιο ταιριαστή για παλάτι παρά για περιστερώνα. Από το κέντρο της κρεμόταν μια κομψή λάμπα πετρελαίου. Βάλαμε τον Αλέξανδρο να καρφώσει μερικά άσπρα πανιά μπροστά σε δύο από τα παράθυρα, για να προστατευτούμε κάπως από τα ρεύματα αέρα, και, καθώς ήμασταν αρκετά κουρασμένοι, ανακοινώσαμε την πρόθεσή μας να μείνουμε περισσότερο από μία νύχτα.
Νωρίς το επόμενο πρωί μας
ξύπνησαν τα κοκόρια, τα χελιδόνια και τα περιστέρια, που είχαν χτίσει τις
φωλιές τους κατά πλήθος κάτω από τις στέγες. Η θέα από τα μπαλκόνια μας ήταν
υπέροχη. Θα μπορούσαμε να φανταστούμε ότι βρισκόμασταν στην κορυφή του
περάσματος του Σπλύγκεν[19],
με τη διαφορά ότι εδώ μπορούσαμε να καθόμαστε έξω όλη μέρα. Καθώς το δωμάτιό
μας βρισκόταν ακριβώς στην κορυφή της σκάλας και δεν υπήρχε πόρτα,
αναγκαστήκαμε να κρεμάσουμε τα αδιάβροχά μας στα κάγκελα, ώστε να εμποδίζουμε
την είσοδο εκείνων των περίεργων γυναικών που ήθελαν διαρκώς να μας παρατηρούν.
Ο ιδιοκτήτης και η γυναίκα του ήρθαν να μας δουν. Εκείνος ήταν γεωργός, με
διακόσια πρόβατα και αρκετή γη. Με τη γυναίκα του μπορούσαμε να συνεννοηθούμε
μόνο εν μέρει. Μιλούσε την κοινή λαϊκή διάλεκτο της Πελοποννήσου (σ. 152) που
είναι σε μεγάλο βαθμό ανακατεμένη με τουρκικές λέξεις και παρουσιάζει για μας
τις ίδιες δυσκολίες που θα παρουσίαζε μια βαριά σκωτσέζικη προφορά στ’ αγγλικά
αυτιά. Με τους νεότερους, όμως, τα καταφέρναμε πάντα καλύτερα, καθώς είχαν
μάθει πιο σωστή γλώσσα στο σχολείο.
Η Βάιολετ και η Έντιθ, βγαίνοντας
έναν περίπατο, γνώρισαν την πεθερά του δημάρχου, που τις κάλεσε στο σπίτι της.
Είχε μια πολύ θλιβερή ιστορία να διηγηθεί. Πριν από τρία χρόνια, η μοναχοκόρη
της, τότε αρραβωνιασμένη με τον σημερινό της άντρα, δικαιούνταν προίκα που
κίνησε την απληστία ορισμένων νεαρών. Αυτοί της έστησαν καρτέρι και προσπάθησαν
να την απαγάγουν· όμως το σχέδιό τους ματαιώθηκε χάρη στην ανδρεία των δύο
αδελφών της, οι οποίοι, ωστόσο, έχασαν τη ζωή τους καθώς την υπερασπίζονταν. Οι
δολοφόνοι εκτίουν τώρα ποινή καταναγκαστικών έργων στη Σπάρτη. Δεν είδαμε την
ίδια τη γυναίκα, καθώς εκείνη και ο δήμαρχος βρίσκονταν τότε στην Αθήνα.
Ο Αλέξανδρος είναι πολύ περήφανος
που γεννήθηκε στο Δολιανά, όπου, σύμφωνα με τους υπολογισμούς του, τριακόσιοι
Έλληνες νίκησαν και σκότωσαν δεκαέξι χιλιάδες Τούρκους. Οι Έλληνες πολεμούσαν πίσω
από καστανιές, και οι Τούρκοι νόμιζαν ότι ήταν πολύ περισσότεροι απ’ ό,τι
πραγματικά ήταν.
Ο Άγγελος υπέφερε από πονόδοντο· κι έτσι (σ. 153) την επόμενη ημέρα εκμεταλλεύτηκε τη δική μας ραθυμία και πήγε καβάλα ως την Καστελλία[20], ένα χωριό ψηλά στον Ταΰγετο, όπου ζει ένας χωριάτης οδοντογιατρός. Επέστρεψε κρατώντας στο χέρι του ένα γερό, υγιές δόντι, έχοντας κρίνει, ύστερα από μακρά επέμβαση, ότι ήταν προτιμότερο να αφήσει τον ένοχο στη θέση του. Ο Άγγελος μπορεί να συγκρατεί το θυμό του, εγώ όμως δεν θα ήθελα να βρίσκομαι στη θέση του αδέξιου όταν έγινε αντιληπτό το λάθος.
Η Έντιθ βγήκε για να κάνει ένα
σχέδιο των λόφων, ενώ εγώ κρατούσα την ομπρέλα της. Φυσικά, σύντομα
συγκεντρώθηκε γύρω μας μια ομάδα γυναικών, μερικές πολύ όμορφες, όλες όμως
ντυμένες με εξαιρετικά χονδροειδή ρούχα. Καταλαβαίναμε τι έλεγαν μεταξύ τους,
αλλά οι δικές μας προσπάθειες να μιλήσουμε προξενούσαν μόνο πολλά γελάκια.
Καμιά τους δεν ήξερε να διαβάζει. Με καλοσύνη μάς πληροφόρησαν ότι δεν υπήρχαν
σκυλιά τριγύρω.
Το νερό που χρησιμοποιούσαμε στο
τραπέζι μας ερχόταν από μια πηγή, η οποία είναι ζεστή τον χειμώνα και κρύα το
καλοκαίρι. Λέγεται πως ρέει κάθε εποχή μέσα από διαφορετικό στρώμα του εδάφους.
Ο οικοδεσπότης μας είχε στο
ισόγειο άφθονα βαρέλια κρασιού. Στην κουζίνα υπήρχε ένα τεράστιο βαρέλι
φτιαγμένο από ψάθινα τελάρα, το καθένα γεμάτο (σ. 154) από μικροσκοπικούς
μεταξοσκώληκες που τρέφονταν με φύλλα μουριάς, τα οποία τους έφερναν φρέσκα
κάθε μέρα.
Σε απόσταση περίπου πενήντα
γιάρδων από το σπίτι υψώνεται ένας στρογγυλός, καταπράσινος λόφος, στεφανωμένος
με μεγάλους βράχους και κατάλοιπα αρχαίων τειχών. Αυτός ήταν, όπως μας είπε ο
οικοδεσπότης μας, η ακρόπολη ενός τόπου που λεγόταν Πολατίνα[21].
Ακριβώς έξω από την πόρτα του σπιτιού ανάβλυζε άφθονο νερό από τη γη, που
κατέβαινε προς τον Ευρώτα σχηματίζοντας ένα μικρό ρυάκι. Η πηγή είναι
περιφραγμένη με έναν χαμηλό ημικυκλικό τοίχο, και εκεί πολλές γυναίκες από
νωρίς το πρωί έπλεναν τα λινά τους, χτυπώντας τα με μεγάλα ξύλινα ρόπαλα, όπως
στην Ελβετία.
Η οικοδέσποινά μας ήταν συνήθως
απασχολημένη με την ίδια εργασία, αν και ο Άγγελος έλεγε πως ο άντρας της έχει
περιουσία περίπου τριακοσίων χιλιάδων φράγκων. Μας έδειξε και το άλλο τους
σπίτι, στο χωριό Γεωργίτσι, ψηλότερα στο βουνό. Ήταν θέαμα να βλέπει κανείς
τους εργάτες του στο δείπνο. Ήταν δώδεκα ή δεκαπέντε, και κάθονταν όλοι
κατάχαμα, σταυροπόδι, όπως οι Τούρκοι, σχηματίζοντας κύκλο γύρω από το
τραπεζομάντιλο. Φορούν, φυσικά, την εθνική ενδυμασία. Το μεροκάματό τους είναι
τρία φράγκα την ημέρα, μαζί με όση τροφή (σ. 155) και όσο κρασί μπορούν να
καταναλώσουν. Οι αμπελουργοί στην Ολυμπία παίρνουν έξι φράγκα την ημέρα, με τη
διατροφή τους, και έτσι, αμείβονται πολύ καλύτερα από τους Άγγλους γεωργούς.
Ωστόσο, ο πληθυσμός δεν είναι τόσο πολυάριθμος όσο στη δική μας χώρα.
Οι ξένοι πρέπει παντού να προσέχουν
τις βιαστικές κρίσεις. Κάποτε έτυχε να περπατώ σε έναν δρόμο στην Αθήνα, λίγο
έξω από τους βασιλικούς κήπους. Τρεις Γερμανοί μπροστά μου συνομιλούσαν, όπως
συνηθίζουν, πολύ δυνατά· δεν μπορούσα να μην τους ακούσω.
- - Εδώ ο φτωχός
αγρότης δεν έχει αμοιβή, είπε ο ένας.
- - Καταραμένη χώρα! αναφώνησε ένας άλλος.
- - Αχ, να ήμουν
πάλι στη Βιέννη! φώναξε ένας τρίτος.
Ίσως και οι ίδιοι να είχαν
αποτύχει εμπορικά.
Το επόμενο πρωί ο Άγγελος
φιλονίκησε με τον οικοδεσπότη μας, ο οποίος ζητούσε είκοσι πέντε φράγκα την
ημέρα για το δωμάτιό του. Το εν λόγω κατάλυμα μάς είχε γοητεύσει κυρίως
εξαιτίας (σ. 156) της ευρυχωρίας του, όμως στην πράξη ήταν κάτι σαν αποθήκη-πατάρι
και επικοινωνούσε με ένα δωμάτιο του οποίου η οσμή κάθε άλλο παρά ευχάριστη
ήταν. Επιπλέον, ήταν τριώροφο, χωρίς τζάμια στα παράθυρα και χωρίς πόρτες, και
το είχαμε επιπλώσει εμείς οι ίδιοι. Ο Άγγελος πλήρωσε πενήντα πέντε φράγκα για
τις τέσσερις νύχτες. Αυτό, ωστόσο, δεν επηρέασε καθόλου την ευγένεια της
οικογένειας απέναντί μας. Στον αποχαιρετισμό ανταλλάξαμε χειραψίες με όλους·
μας ευχήθηκαν καλήν πατρίδα και προσέφεραν στους άνδρες, ως
αποχαιρετιστήριο κέρασμα, ένα ποτήρι ρετσινάτο.
Ο Αλέξανδρος μάς είχε υποσχεθεί καλό δρόμο, και πράγματι ήταν ίσως καλύτερος από τους προηγούμενους, αν και σε ορισμένα σημεία ήταν απότομος και πετρώδης. Διέτρεχε μια διαδοχή λόφων, τις βόρειες απολήξεις του Ταϋγέτου, περνώντας μέσα από πολλούς θαμνότοπους με τριανταφυλλιές που μόλις άνθιζαν, ανάμεσα σε σχίνους, κουμαριές, ψηλές ερείκες, κράταιγους και αγριοπασχαλιές. Διασχίσαμε πολλά ρυάκια, ένα από τα οποία τροφοδοτούσε ένα υδραγωγείο ελβετικής όψης, και προχωρήσαμε κατά μήκος τόσο καταπράσινων όχθεων ώστε να προκαλούν ενθουσιώδεις φωνές από τον Αλέξανδρο: Άγγελε, Άγγελε! κάρδαμο! σαλάτα! Μα πιο γοητευτικές απ’ όλα ήταν οι φωνές των πολυάριθμων αηδονιών, που γέμιζαν τον αέρα με τις μελωδικές τους νότες.
(σ. 157) Ήταν σχεδόν εννιάμισι όταν
φτάσαμε στο χάνι της μέσης διαδρομής. Μάταια διαμαρτυρηθήκαμε πως δεν ήμασταν
κουρασμένοι· έπρεπε να κατεβούμε και να απλώσουμε το πρόχειρο γεύμα μας κάτω
από τη μισοσκιά μιας σχεδόν γυμνής μουριάς. Ήταν, πάντως, καλύτερη θέση από
εκείνη που είχε αρχικά διαλέξει ο Άγγελος, κολλητά στον τοίχο του χανιού, κοντά
στα άλογα.
Ένα ρυάκι, που έτρεχε προς βορρά,
κελαρύζοντας στα πόδια μας· και καθώς παρατήρησα ότι μερικές ρίζες του δέντρου
είχαν σχηματίσει ένα φυσικό κάθισμα πάνω από το νερό, το κατέλαβα αμέσως και
έκλεισα τα μάτια μου σε καθετί άλλο εκτός από τον γαλανό ουρανό. Πιο ρομαντική
σκηνή δύσκολα θα μπορούσε να φανταστεί κανείς.
Τα αηδόνια τραγουδούσαν, το ρυάκι
κελαρύζε· η Καρά, το μαύρο μου άλογο, μπήκε στο ρυάκι και το διέσχισε,
φέρνοντας τον καημένο τον Γαλάνη σε δύσκολη απορία για το πώς να την
ακολουθήσει· δυο μαύρα γουρούνια έκαναν το μπάνιο τους· ένα βοσκόπουλο φάνηκε
στο μονοπάτι με ένα κοπάδι άσπρα αρνιά· ένα κατσίκι, που ανήκε σε άλλο κοπάδι,
έχασε τον δρόμο του και άρχισε ένα παραπονιάρικο βέλασμα· μυριάδες πέστροφες
τινάζονταν έξω από το νερό κυνηγώντας τις νωχελικές μύγες· ένας χοντρός
βάτραχος πρόβαλε το κεφάλι του, ξυπνώντας μου αναμνήσεις από κάποια αρχαία
μάχη· «κρακ, κρακ» ακουγόταν μέσα στα πουρνάρια, καθώς μια βαριά χελώνα
αναζητούσε τη φωλιά της· πράσινες σαύρες ξεπετάγονταν σε κάθε χαραμάδα, και
ένας χωρικός, καβάλα σ’ ένα άσπρο άλογο, στάθηκε για να μου απευθύνει τον λόγο.
(σ. 158)
- Είσαι κουρασμένος; ρώτησε.
- Όχι, δεν είμαι.
- Πού πας;
- Στο Λεοντάρι.
- Α, βλέπω το κάνεις ήσυχα∙ χαίρετε.
Ο Άγγελος κατέβηκε από το χάνι
και αναφέραμε ότι είχαμε δει πέστροφες. Αυτό ήταν είδηση για τον ιδιοκτήτη, που
δύσκολα το πίστεψε και αμέσως κατέβηκε με μια ομάδα αντρών. Έβγαλε τη
φουστανέλα του και μπήκε μέσα με ένα δίχτυ, ενώ οι άλλοι ανακάτευαν το νερό πιο
πάνω με μακριά κοντάρια. Σηκώθηκε πολλή λάσπη, αλλά έπιασαν μόνο έναν χοντρό
βάτραχο και λίγα μικρά ψάρια. Ήμουν βέβαιος ότι θα μπορούσα να γεμίσω ένα
καλάθι, αν είχα απλώς μια πετονιά και ένα δόλωμα.
Φύγαμε από το χάνι, που λεγόταν
Λογγανίκος[22],
στις 1.45. Ο δρόμος ήταν κάπως δύσκολο να βρεθεί, γιατί εμφανίζονταν τρία
μονοπάτια μαζί. Ο Άγγελος όμως το είχε διανύσει τόσες φορές, που σπάνια
χρειαζόταν να ρωτήσει τον δρόμο. Κρατήσαμε την όχθη ενός ρυακιού που λεγόταν
Λογάρα και δυσκολευτήκαμε πολύ να αποφύγουμε τα απλωμένα κλαδιά από δρύες και
ελιές.
Όταν περάσαμε από ένα χωριό που
λεγόταν Πετρίνα, σκαρφαλωμένο στην κορυφή ενός ψηλού λόφου, είχαμε μια θαυμάσια
θέα.
(σ. 159) Φαινόταν πίσω από όλα τα
βουνά που απλώνονταν ανάμεσα σε μας και την κορυφή του Πάρνωνα. Φαινόταν πως
προχωρούσαμε στριφογυριστά ανάμεσα στις δασωμένες απολήξεις του Ταΰγετου, ώσπου
αντικρίσαμε μια μεγάλη πεδιάδα, που την περιέβαλλαν χαμηλές οροσειρές και που
περιείχε την πόλη Σινάνο, την αρχαία Μεγαλόπολη…
[1] Σημερινό Αλέα
[2] Πιθανόν εννοεί
Μαυρίκι.
[3] Κρύα Βρύση:
τοπωνύμιο ή μικρός οικισμός κοντά στα Βούρβουρα, πλησίον της θέσης «Σύμβολα»,
όπου συμβάλλουν τα ρέματα της περιοχής· η περιοχή έχει συνδεθεί από την
αρχαιότητα με τις πηγές του Αλφειού.
[4] Ζαρωνία (Zaronia): ονομασία
που χρησιμοποιεί η συγγραφέας για την ορεινή περιοχή του Πάρνωνα μεταξύ
Αρκαδίας και Λακωνίας· δεν ταυτίζεται με την Τσακωνιά, αν και γειτνιάζει με
αυτήν.
[5] Επίσημη
ονομασία σήμερα Καρυές.
[6] Madame Georgi στο πρωτότυπο.
[7] Ο Οινούντας
(αρχ. Οἰνοῦς), γνωστός και ως Κελεφίνα, ποταμός που πηγάζει από τον Πάρνωνα και
εκβάλλει στον Ευρώτα κοντά στη Σπάρτη
[8] Το Χάνι του Κρεββατά. Ιστορική τοποθεσία στη Λακωνία, κοντά στη Σελλασία. Συνδέεται με τον αγωνιστή του 1821, Παναγιώτη Κρεββατά. Αποτελούσε σημείο στάσης και αναφοράς κατά τον 19ο αιώνα, αναφερόμενο και σε λαογραφικές καταγραφές.
[9] Σορέντο (Sorrento). Παραλιακή
πόλη της Νότιας Ιταλίας, χτισμένη πάνω σε απόκρημνους βράχους με εντυπωσιακή
θέα στον Κόλπο της Νάπολης και τον Βεζούβιο. Αποτελεί την «πύλη» για την Ακτή
Αμάλφι και είναι παγκοσμίως γνωστό για τα εσπεριδοειδή του, το λιμοντσέλο και
την παραδοσιακή ξυλογλυπτική (μαρκετερί).
[10] Το Ιντερλάκεν (Interlaken): Κωμόπολη
χτισμένη στην καρδιά των Άλπεων, στο καντόνι της Βέρνης. Αποτελεί
γνωστό και σημαντικό τουριστικό προορισμό, κυρίως λόγω της πολύ όμορφης θέας
που προσφέρει αλλά και επειδή αποτελεί συγκοινωνιακό κόμβο προς τα περιβάλλοντα
βουνά.
[11] Εννοεί κοριός.
Η συγγραφέας σημειώνει πως η χρήση από τον Αριστοφάνη έγινε κατά την εποχή που
Αθηναίοι και Κορίνθιοι βρίσκονταν σε πόλεμο.
[12] Keating’s powder. Εμπορική
εντομοκτόνος σκόνη ευρείας χρήσης τον 19ο αιώνα, ιδίως κατά κοριών και ψύλλων.
[13] Πιθανότατα
αναφέρεται στον ημι-κατεστραμμένο από την πυρκαγιά του 1866 Ναό του Ευαγγελισμού
της Θεοτόκου στο ομώνυμο λόφο της πόλης όπου και το ιστορικό κτίριο του Δικαστικού
μεγάρου. Το 1882 θεμελιώθηκε ο νέος ναός, ο οποίος εγκαινιάστηκε το 1893 από
τον τότε Επίσκοπο Μονεμβασίας και Σπάρτης Θεόκλητο Μηνόπουλο (1848-1931).
[14] Πρόκειται για το
διάσημο ψηφιδωτό η Αρπαγή της Ευρώπης, που βρέθηκε το 1872 στον κήπο της
οικίας Φουστάνου. Σήμερα στεγάζεται στη φυσική του θέση, στη συμβολή των οδών Διοσκούρων και Παλαιολόγου. Το νεοκλασικό οίκημα ανακαινίστηκε από το ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος.
[15] Σαγγούρι:
κεφαλομάντηλο δεμένο κάτω από το πηγούνι, στοιχείο της γυναικείας λαϊκής
ενδυμασίας κατά τους νεότερους χρόνους
[16] Λανθασμένη φωνητική
απόδοση του Λαμπρή.
[17] Παλιότερη
ονομασία του σημερινού χωριού Πελλάνα που πήρε την ονομασία του από την αρχαία
πόλη που βρίσκεται πολύ κοντά στο χωριό.
[18] Μαριενμπάντ:
λουτρόπολη της Βοημίας (σημ. Mariánské Lázně, Τσεχία),
δημοφιλής τον 19ο αιώνα για το ήπιο, ανοιχτό τοπίο της
[19] Σπλύγκεν: Αλπικό
ορεινό πέρασμα (Splügen Pass) στα σύνορα
Ελβετίας-Ιταλίας, γνωστό τον 19ο αιώνα για τη δύσβατη και εντυπωσιακή διαδρομή
του.
[20] Πιθανότατα εννοεί το σημερινό Καστόρειο (Καστανιά έως το 1921). Κεφαλοχώρι των λεγόμενων βορείων δήμων της Σπάρτης σε υψόμετρο 485 μ. στις πλαγιές του Ταϋγέτου, γνωστό για τα νερά του και το φαράγγι του.
[21] Polatina ή Poiatina στο πρωτότυπο.
Προφανώς αναφέρεται σε αρχαιολογικά ίχνη της αρχαίας Πελλάνας.
[22] Πιθανότατα χάνι κοντά
στο ομώνυμο χωριό.




