Πέμπτη 30 Ιανουαρίου 2020

Μια σκηνή βγαλμένη από τα παραμύθια


     Σήμερα το πρωί, ανήμερα των τριών Ιεραρχών. Στον Ιδρυματικό Ναό της Αγίας Σκέπης (Πατριαρχική Ανωτάτη Ακαδημία). Το 5ο Δημοτικό σχολείο Ηρακλείου προσήλθε για μια ακόμα σχολική γιορτή. Μπήκαν στην εκκλησία, στάθηκαν με μια κάποια ησυχία για την ηλικία τους, είπαν (σχεδόν) όλα μαζί το «Πάτερ ημών», κοινώνησαν στη σειρά και ύστερα ο παπάς τους διάβασε τον άρτο. Στο τέλος, πέρασαν να πάρουν και το αντίδωρο. Στο δρόμο για την έξοδο ήταν μια εικόνα των τριών Ιεραρχών με ένα κερί αναμμένο μπροστά. Ακουμπισμένος με την πλάτη σ’ ένα καλοριφέρ χάζευα τα παιδιά καθώς έφευγαν. Πολλά πέρασαν χωρίς να καταλάβουν πως ετούτοι εδώ οι Άγιοι ήταν τα πρόσωπα της ημέρας.


      Ξάφνου, μια κοπελίτσα κοντοστάθηκε κι έκανε το σταυρό της ανάποδα. «Ένα ακόμα που δεν του έδειξαν ποτέ» σκέφτηκα. Κι αμέσως μετά, μια σκηνή βγαλμένη από τις αμυδρότατες μνήμες των παιδικών μου χρόνων επάνω στον Ταΰγετο. Μνήμες που κατέγραψα στη μυθιστορηματική βιογραφία του διδασκάλου Πέτρου του Πελοποννησίου: «Πρώτη η κόρη γονάτισε εμπρός στην Κυρά Δέσποινα κρατώντας στα χέρια της ένα μπουκέτο ασπρολούλουδα, παπαρούνες και κυκλάμινα. Έσκυψε το κεφάλι και παρακάλεσε την Κυρία των αγγέλων να της στείλει ένα βασιλόπουλο να την ζητήσει, όμορφο και καλό σαν τον πατέρα της. Σηκώθηκε, ακούμπησε όρθια τα δώρα της στην άκρη της εικόνας, φίλησε την Παναγία και έφυγε» (κεφ. Στη Ζερμπίτσα, σ. 111). Η νεαρή μαθήτρια γονάτισε, κοίταξε τους Αγίους στα μάτια και με το κεφάλι της σκυμμένο ελαφρά έπιασε να τους μιλά όπως θα μιλούσε στα αδερφάκια της, στις φίλες της, στους γονείς της, στον αγαπημένο της στο μέλλον. Δεν άκουγα τί τους έλεγε, μα τους είπε κάμποσα. Κι ύστερα σηκώθηκε, έκανε πάλι το σταυρό της ανάποδα κι έφυγε. Καλύτερη προσευχή δεν άκουσε σήμερα ο Ουρανός. Αμέσως μετά, κάθε παιδί που έβγαινε από την εκκλησία χαιρετούσε πρώτα τους Αγίους. Ούτε κι αυτά τα δίδαξε κανένας. «Υπάρχει ακόμα ελπίδα» ξανασκέφτηκα με δάκρυα στα μάτια…

Ευάγγελος Θεοδώρου

Σάββατο 30 Νοεμβρίου 2019

Καλώς ήρθες Ανουάρ


    Καλημέρα Ανουάρ! Καλώς ήρθες! Εγώ είμαι ο Ευάγγελος. Έχω κι εγώ δύο παιδάκια σαν εσένα, τον Θεόδωρο που είσαστε ίσα και τον Ιωάννη. Ξέρω πως νιώθεις περίεργα, αλλά μη στεναχωριέσαι. Όλα θα φτιάξουν! Έλα να κάτσουμε, έχω τόσα να σου πω!
     Γνωρίζω έναν φίλο σου, τον Τάρεκ! Ένα πολύ καλό και πανέξυπνο παιδί, σαν εσένα. Κοιμηθήκαμε και φάγαμε μαζί πολλές φορές. Μου είπε παραμύθια από τον τόπο του και του είπα κι εγώ ιστορίες από τον δικό μου. Θα σου πω κι εσένα σήμερα μια ιστορία που ίσως δεν τύχει άλλος να σου πει. Θα σου μιλήσω για τον άσχημο κόσμο των μεγάλων, παρόλο που είσαι ακόμα μικρός. Καμιά φορά, η ζωή των μεγάλων έρχεται νωρίτερα από το κανονικό.
  Ήρθες από το Ιράκ, μια πανέμορφη χώρα που στα παλιά χρόνια την έλεγαν Μεσοποταμία. Εκεί λένε πως ήταν ο Παράδεισος! Έχει ιστορία αρχαία, όσο αρχαία είναι η ιστορία της Σπάρτης που σε έφεραν για να μείνεις. Δεν έχω πάει ακόμα στο Ιράκ, αλλά εύχομαι μια μέρα να τα καταφέρω κι ελπίζω να είσαι εκεί να με ξεναγήσεις!
     Τη χώρα σου Ανουάρ την κατέστρεψαν πριν από τριάντα χρόνια κάποιοι πολύ κακοί άνθρωποι, που ήρθαν από την άλλη μεριά του κόσμου, χωρίς λόγο και αιτία. Σκότωσαν τους παππούδες, τους θείους και τις θείες σου, έκλεψαν τους θησαυρούς και τα όνειρά σας, κατέστρεψαν τα σπίτια, τις ζωές και το μέλλον σας. Κι όταν μετά από χρόνια έφυγαν επειδή πήραν όλα όσα ήθελαν, άφησαν πίσω τους ερείπια και διχόνοια. Ιρακινοί μουσουλμάνοι σουνίτες πολέμησαν και συνεχίζουν να πολεμούν Ιρακινούς μουσουλμάνους σιίτες όπως είναι η οικογένειά σου. Τι παράξενος ο κόσμος των μεγάλων!
    Όταν έφυγες από το σπίτι σου, ξέρω πως έκλαψες πολύ. Άφησες πίσω τους συγγενείς και τους φίλους σου, την αυλή που παίζατε ποδόσφαιρο, το όμορφο τζαμί που πηγαίνατε τις Παρασκευές να προσευχηθείτε. Στο χωριό σου δεν ήταν όλα τέλεια, αλλά δεν υπήρχε λόγος για να φύγεις. Φταίει εκείνος ο κακός και άσχημος άνθρωπος, που ήρθε μια μέρα στο σπίτι σας και έπεισε τον μπαμπά πως θα σας πάει να μείνετε σε ένα μέρος πιο όμορφο από το δικό σας. Υπάρχει όμως Ανουάρ τόπος καλύτερος από τον τόπο που γεννήθηκες; Ο μπαμπάς σου έδωσε πολλά λεφτά για να φύγετε. Ένας Θεός ξέρει που τα βρήκε τόσα λεφτά! Εδώ στη Σπάρτη που ήρθες – που κι εδώ δεν είναι όλα τέλεια -, οι περισσότεροι δεν έχουν τόσα λεφτά όσα έδωσε ο μπαμπάς σου σ’ εκείνον τον κακό άνθρωπο. Το όνομά του, να το θυμάσαι να μην το ξεχάσεις ποτέ, είναι Λαθρέμπορος. Εμπορεύτηκε την αγγελική ψυχούλα και το κορμί σου, όπως ακριβώς εμπορεύονται τα αρνιά και τα κατσίκια που τα πάνε για σφαγή. Να ξέρεις πως το έκανε μονάχα για τα λεφτά, δε σε νοιάστηκε όπως έλεγε. Εσύ κατάλαβες πως έλεγε ψέματα, μα ο μπαμπάς και η μαμά σου τον πίστεψαν κι έτσι γίνατε όλοι λαθρομετανάστες. Χωρίς χαρτιά, χωρίς προϋποθέσεις, χωρίς προετοιμασία για ένα τόσο μακρινό ταξίδι. Μη σου ακούγεται περίεργο το λαθρομετανάστης. Κι εγώ υπήρξα κάποτε λαθρεπιβάτης. Η ελληνική γλώσσα, που εύχομαι σύντομα να μάθεις, δεν είναι πονηρή και πρόστυχη σαν τους μεγάλους. Γεννήθηκε πολύ πριν γεννηθούν αυτοί που την έκαναν ιδεολογία και θα συνεχίζει να ζει όταν όλοι αυτοί πεθάνουν.


     Μη με κοιτάς περίεργα που κλαίω. Σκέφτομαι τις ατέλειωτες μέρες που ταξίδεψες χωρίς τα παιχνίδια σου, με τα ποδαράκια σου να πονάνε από την κούραση ή στοιβαγμένος επάνω σε καρότσες φορτηγών, με κρύο και με ζέστη, μέσα από δάση και την έρημο. Νηστικός πολλές φορές και κουρασμένος, βρεγμένος ως το κόκκαλο και άπλυτος για μέρες. Πόσες φορές αποκοιμήθηκες στης μαμάς ή στου μπαμπά την αγκαλιά, κάτω από τα άστρα που σε πείσμα της αναίτιας φυγής άναβαν κάθε βράδυ για να σε νανουρίσουν! Πόσες φορές έκλαψες μαζί με τα αδέρφια σου, τον Χασάν και τη Λάιλα, γιατί θέλατε να γυρίσετε στο σπίτι...
     Άκουσα την καρδούλα σου να χτυπά γρήγορα όταν περνώντας από τη Συρία άκουσες ασταμάτητους πυροβολισμούς και αεροπλάνα να ρίχνουν βόμβες. Μπήκες στο καραβάνι κι είδες πρόσφυγες χιλιάδες που  έτρεχαν να σωθούν, παιδάκια ορφανά κι άλλα που είχαν χάσει το χέρι ή το πόδι τους. Θυμάμαι κοίταξες παράξενα την Ιζάρ, που δε σε έβλεπε γιατί είχε χάσει το φως της από τα θραύσματα μιας βόμβας και σε κατάλαβε μονάχα όταν την πήρες αγκαλιά. Θυμάσαι το χαμόγελό της; Για ένα τέτοιο παιδικό χαμόγελο ζω κάθε μέρα κι εγώ Ανουάρ. Για ένα τέτοιο χαμόγελο.
     Σε είδα να φτάνεις μπροστά στην απέραντη θάλασσα της Ελλάδας και ένιωσα τον τρόμο που ένιωσες όταν σε έβαλαν με το ζόρι μέσα σ’ εκείνη τη σάπια βάρκα για να περάσετε κρυφά απέναντι. Φοβήθηκα μην πάθεις τίποτα, μην πέσεις μέσα στο νερό μιας και δεν ήξερες κολύμπι. Δόξα τω Θεώ τα κατάφερες! Άλλα παιδάκια δεν μπόρεσαν να φτάσουν. Μη με ρωτάς που τα ξέρω όλα αυτά. Ήμουν μαζί σου από την ώρα που έφυγες με κλάματα από το σπίτι,  κι έκλαιγα κι εγώ μαζί σου. Μη με ρωτάς πως έγινε αυτό. Ο Θεός ξέρει.
     Κι όταν έφτασες μετά από δύο ολόκληρα χρόνια και τόσες περιπέτειες στην Ελλάδα μου, είδες και ένιωσες πράγματα που τα δικά μου παιδάκια δεν έχουν. Είδες εκείνες τις πολύ καλές κυρίες που σας χαμογέλασαν, σας μαγείρεψαν και σας έδωσαν ρούχα καθαρά από φιλότιμο κι αγάπη. Ήρθαν και τα παιδιά τους και σας έφεραν παιχνίδια να έχετε με τα αδέρφια σου να παίζετε. Είδες και τους άλλους, εκείνους με τις μπλούζες με τα μεγάλα γράμματα, που όλο έλεγαν πως νοιάζονται για σένα κι όλο σε κορόιδευαν και σε χρησιμοποιούσαν για να βγάλουν λεφτά. Είναι οι ίδιοι εκείνοι που έμαθαν τον μπαμπά σου να λέει ψέματα, να δηλώνει τρία – τέσσερα ονόματα και δυό – τρεις τόπους καταγωγής. Αυτοί οι άνθρωποι Ανουάρ είναι φίλοι με τον Λαθρέμπορο, δουλεύουν μαζί. Ξέρεις τι δουλειά κάνουν; Είναι δολοφόνοι πατρίδων, σαν εκείνους που πήγαν στη δική σου πατρίδα και την κατέστρεψαν. Δολοφόνοι που σκοτώνουν τα όνειρα και το μέλλον παιδιών σαν εσένα που ήρθες εδώ και παιδιών σαν αυτά που θα βρεις στη Σπάρτη.

     Και τώρα, εγώ κι εσύ θα ζήσουμε μαζί, κι ας μην ρώτησαν κανέναν απ’ τους δυό μας αν θέλουμε. Εδώ που τα λέμε βέβαια, εμείς μπορούμε να περάσουμε τέλεια! Για τους μεγάλους όμως, είναι γάμος με το ζόρι. Κι όταν το ζευγάρι δεν έχει πρώτα ερωτευθεί για να θυμάται στις δυσκολίες της ζωής το συναίσθημα εκείνο που τους έκανε να ενώσουν τις ζωές τους, είναι σίγουρο πως κάποια στιγμή θα χωρίσει...
   Δεν έπρεπε να φύγεις απ’ το σπίτι σου Ανουάρ. Κι αφού έκαναν το λάθος και σε πήραν, έπρεπε τουλάχιστον να σε πάνε σε μια χώρα διπλανή, εκεί που οι άνθρωποι ζουν με τον τρόπο που ζεις κι εσύ. Ο Λαθρέμπορος όμως και οι άλλοι με τις μπλούζες με τα μεγάλα γράμματα δε θα έβγαζαν αρκετά λεφτά, ούτε θα πετύχαιναν τη δουλειά που τους έβαλαν να κάνουν. Μη με ρωτήσεις ποιοι τους έβαλαν ή τι σκοπό έχουν. Είμαι μικρός όπως κι εσύ, δεν ξέρω να σου πω για τους μεγάλους. Σε έφεραν λοιπόν στη Σπάρτη, μα εδώ δεν είναι έτσι όπως θα περίμενες να είναι! Ο δικός μου κόσμος είναι τελείως διαφορετικός απ’ τον δικό σου. Δε μιλώ για εμάς τους δυό. Για τον κόσμο των μεγάλων μιλώ. 
   Δεν έχει νόημα όμως να μιλάμε γι όσα έγιναν. Με το παρελθόν δεν τα έβαλε κανείς κι όποιος το έκανε την ώρα του έχασε. Τώρα πρέπει να παλέψουμε για εμένα και για σένα. Μιας και είμαι μεγαλύτερος, θα σου μιλήσω πρώτα για μένα, πόσο βάρος πρέπει να σηκώσω εγώ για να τα καταφέρουμε.
    Πρέπει λοιπόν Ανουάρ να αποδείξω πως είμαι Ορθόδοξος Χριστιανός και σε αγαπάω όσο τον εαυτό μου. Πως νοιάζομαι για εσένα όσο και για τα παιδιά μου. Πως έχω τόσο ελληνικό φιλότιμο όσο λένε για μένα. Πως έχω υπομονή όσο οι πρόγονοί μου που έζησαν πολύ δύσκολα χρόνια και πως είμαι τόσο γενναίος όσο ο παππούς μου ο Λεωνίδας, εκείνος ο γίγαντας με το σπαθί, στο τέλος του δρόμου με τους φοίνικες! Πρέπει να συνηθίσω τον τρόπο που ζεις εσύ και όλοι όσοι ήρθατε παρέα, να ανεχτώ τις παραξενιές σου, να σεβαστώ τα αλλόκοτα για εμένα ήθη και τα έθιμά σου. Πρέπει ακόμα, κι αυτό ίσως είναι το πιο δύσκολο, να ανεχτώ την αδικία και τον ρατσισμό που γίνεται εις βάρος μου. Υπάρχουν αρκετοί συμπολίτες μου που δεν έχουν καθόλου χρήματα, ενώ στη δική σου οικογένεια δίνουν αρκετά κι ας μην δουλεύει ο μπαμπάς και η μαμά (αυτοί που σας έφεραν δε θα τους δώσουν δουλειά κι αν ποτέ τους δώσουν θα είναι για να τους εκμεταλλευτούν). Υπάρχουν γείτονές μου που ζουν σε πολύ χειρότερες συνθήκες από αυτές που ζεις εσύ στο ξενοδοχείο. Υπάρχουν γνωστοί μου που δεν έχουν γιατρό και φάρμακα, ενώ η δική σου οικογένεια έχει. Υπάρχουν Σπαρτιάτες που ντρέπονται να βγουν στο δρόμο γιατί χρωστάνε χρήματα σε άλλους Σπαρτιάτες, ενώ εσύ θα κυκλοφορείς άνετα στα φαρδιά πεζοδρόμια. Υπάρχουν ακόμα πολλοί που ζουν έξω από την πόλη και δε προσέχει κανείς το σπίτι και τα χωράφια τους, ενώ εσένα Ανουάρ θα σε φυλάνε συνέχεια να μη σε πειράξει κανείς.
  Έχεις κι εσύ βέβαια βάρος να σηκώσεις. Πρέπει να ανεχτείς τα βλοσυρά και ρατσιστικά βλέμματα κάποιων που δε σε θέλουν εδώ, να καταπιείς την πίκρα όταν ακούσεις τη μαμά του άλλου παιδιού που θα του πει να μη σε πλησιάσει. Θα χρειαστεί να εξηγήσεις σε ομοεθνή σου παιδιά - που οι γονείς τους ήρθαν επίσης παράνομα πριν χρόνια στην Ελλάδα - γιατί εσένα σε φροντίζουν κι εκείνα όχι. Πρέπει να σεβαστείς κι εσύ τα δικά μου ήθη και έθιμα, τον τρόπο που ελεύθερα διάλεξα να ζω και δε θέλω να χαλάσω. Πρέπει να καταφέρεις να ξεφύγεις απ’ το γκέτο – θα μάθεις τη λέξη όταν μεγαλώσεις – που θα φτιάξετε αργά ή γρήγορα οι οικογένειες που ήρθατε εδώ. Πρέπει πάση θυσία να πας σχολείο και να μορφωθείς (αν και όσοι σε έφεραν εδώ δεν έχουν κάνει τίποτα, ούτε πρόκειται να κάνουν για να σου βρουν δάσκαλο και σχολείο), να μάθεις την ιερή γλώσσα και την  ένδοξη ιστορία του τόπου που σε φιλοξενεί για να μπορέσεις να καταλάβεις στο πέρασμα του χρόνου το βρώμικο παιχνίδι που έπαιξαν μαζί μου και μαζί σου από τη μέρα που γεννήθηκες. Πρέπει ακόμα να μάθεις -  και να μη το ξεχάσεις ποτέ - να είσαι περήφανος που είσαι Ιρακινός και μιλάς την υπέροχη αραβική γλώσσα. Κι όταν μεγαλώσεις και γίνεις παλικάρι, να γυρίσεις στο χωριό σου και να φτιάξεις τη ζωή σου. Αυτή που κάποιοι σου έκλεψαν νωρίς.

   Μεγάλο το βάρος Ανουάρ και για τους δυό μας, πολύ μεγάλο. Η ζωή είναι άδικη, αλλά μη στεναχωριέσαι. Κι εμένα με αδίκησαν, με κορόιδεψαν άνθρωποι που έλεγαν πως είναι φίλοι μου, με συκοφάντησαν και είπαν ψέματα για μένα. Αλλά άντεξα όπως άντεξες κι εσύ να φτάσεις ως εδώ - ήρωας αληθινός! - κι ας ήθελαν αυτοί που σε οδήγησαν να μη τα καταφέρεις για να εμπορευτούν ακόμα και την απώλειά σου! Ο Θεός μου, που θα γεννηθεί σε λίγες ημέρες, ήταν κι Αυτός κυνηγημένος από κούνια, πρόσφυγας στα δυό Του χρόνια. Αν ακούσεις τις καμπάνες να χτυπάνε χαρούμενα στις 25 του Δεκέμβρη, είναι που θα γεννιέται Εκείνος. Η Αλήθεια και το Φως, η Ελευθερία και η Ελπίδα.
    Έχεις όνειρο να γίνεις ποδοσφαιριστής και πιλότος σαν τον Θεόδωρό μου! Το ξέρω και θα κάνω ότι χρειάζεται για να γίνει αληθινό! Θα έρθω στα κρυφά - χωρίς κάμερες και μπλούζες με μεγάλα γράμματα - όπως έχω κάνει και άλλες φορές σε άλλες περιπτώσεις, θα σου χαμογελάσω και θα σου πω πως όλα θα πάνε καλά. Όσα μοιάζουν αδύνατα για τους ανθρώπους, είναι δυνατά για τον Θεό. Θα έρθω μαζί με την σύζυγο και τα παιδιά μας, που τα διδάσκουμε – όπως μας δίδαξαν κι εμάς οι γονείς μας - να σε αγαπήσουν, ελπίζοντας πως και ο μπαμπάς σου θα κάνει το ίδιο. Η αδερφή μου, που είναι κι αυτή μικρή σαν εσένα κι ας φαίνεται μεγάλη, φροντίζει να πηγαίνει σχολείο ένας φίλος σου που βρέθηκε στη Λάρισα, ενώ ο αδερφός μου στην Αθήνα στέλνει πράγματα στους φίλους σου που έμειναν πίσω και ευτυχώς δεν ταξίδεψαν.
   Τώρα που θα χωριστούμε, να μην κλάψεις ξανά! Ο κόσμος των μεγάλων είναι παράξενος, γι’ αυτό όταν μεγαλώσεις κοίτα να μείνεις μικρός! Να θυμάσαι για πάντα αυτό που θα σου πω τώρα: Να εμπιστεύεσαι μονάχα τον Θεό, γιατί είναι ο Μόνος που δε θα σε προδώσει ποτέ! Δε θα σε ξεχάσω, θα έρχομαι όσο πιο συχνά μπορώ και θα σου λέω κι ένα τραγούδι που έγραψα πριν χρόνια. Το ρεφρέν πάει κάπως έτσι: «Άγγελέ μου φύλαξέ μου, όσα ελπίζω κι όσα ζω»… 

Ευάγγελος Θεοδώρου

Τρίτη 9 Απριλίου 2019

Μυσταγωγία



Συνάθροιση πανάρχαιων εορταστών, που μετουσιώνουν τη γιορτή ενός αποκεφαλισμένου Αγίου σε χαρά κόντρα κι απέναντι στον θάνατο.

Χέρια, που ενώνουν κορμιά το ένα δίπλα στ’ άλλο και φέρνουν ένα γύρω τη ζωή, που όλο κύκλους κάνει κι όλο ίσια προχωρά.

Δάχτυλα, που ακουμπούν τις χορδές του ικαριώτικου βιολιού και στέλνουν πρώτη μια Re ψηλή πάνω απ’ την θάλασσα στο συναπάντημα του ήλιου.

Ρυθμός, που μέσα σ’ έκσταση ελευθερώνει το κορμί απ’ τη βαρύτητά του.

Δάκρυα, που τρέχουν ποτάμι στην πλάτη αφού δεν βρήκαν διέξοδο να βγουν από τα μάτια.

Ορθάνοιχτα βλέφαρα που περιμένουν την επιβεβαίωση πως ο ήλιος χθες δεν έδυσε, μα βασίλευε ολονυχτίς μέχρι να ξανανατείλει.


Μυσταγωγία. Αυτό προσέφερε στην ανθρωπότητα η Ελλάδα. Μήτε φιλοσοφία, μήτε γράμματα, μήτε μαθηματικά. Μόνο μυσταγωγία στεφανωμένη μ’ αιωνιότητα∙ δασκάλα που δίδαξε στον άνθρωπο τον τρόπο να πετάξει.

Τρίτη 26 Μαρτίου 2019

Προσμονή



Κι αν δεν συνομιλούσαν τα πνεύματα με τους ανθρώπους κάθε είκοσι πέντε του Μάρτη, ποια άνωση θα κρατούσε το κεφάλι μας πάνω από το νερό;
Οι μήνες Της, εννιά εις τον κύβο δικές μου στιγμές∙ προσμονής του Επαναστάτη και Άναρχου – με δικαίωμα φυσικό – και Ασυμβίβαστου καθολικά.
Μονάχα όποιος νυχτώθηκε μονάχος του σε ερημιά μπορεί να υποδεχθεί την ανατολή όπως της πρέπει. Να νιώσει με τα ακροδάχτυλα των αισθήσεων το ρίγος της Πάναγνης που περπάτησε τη γη με τον «ήλιο στην κοιλιά».
Η προσμονή Του είναι που με τράβηξε να κολυμπήσω με ορμή μακριά απ’ τις συμπληγάδες. Κι έχει δρόμο ακόμα μέχρι την Ιθάκη.

Κυριακή 23 Δεκεμβρίου 2018

Τα Γενέθλια


    Δεν έχει μέτρο η χαρά. Ποτέ δεν είχε! Αυτό σκέφτηκα όταν έψαλλα σήμερα ένα μέρος από τα λόγια του άγνωστου ποιητή του δωδέκατου αιώνα. Λόγια που χάθηκαν στο διάβα του χρόνου, μέχρι που κάποιο μάτι τα είδε και τα έφερε ξανά στο φως. Σε ελεύθερη μετάφραση πάνε κάπως έτσι:
  «…Ανακαινιστή του σύμπαντος κόσμου, Σε υμνεί μαζί με τους αγγέλους ολάκερη η κτίση. Σκιρτά, χορεύει, και αγάλλεται έντρομη, προσκαλώντας μαζί μ’ εμένα όλα τα δημιουργήματα του κόσμου, να δοξολογήσουμε ακατάπαυστα με λόγια όμορφα και πόθο τα σεπτά γενέθλια Του Λυτρωτή μου…»*


   Εκείνο το τελευταίο «μου» είναι που κάνει τη χαρά προσωπική μου υπόθεση. Κι απάνω που έσβησα το πρώτο Του κεράκι, γιορτάζω ξανά τη Γέννα του δικού μου Μωρού, που έρχεται για να ξαναφτιάξουμε τον κόσμο, να διορθώσουμε τα λάθη, να ξαναβάψουμε ότι ξεθώριασε, να χαρούμε απ’ την αρχή!
    Το δικό μου Μωρό που μπορώ να Tο αγκαλιάσω, να Tο σπαργανώσω μαζί με την υπέροχη Μητέρα Του, να τραγουδήσω τα νανουρίσματα της Γέννας Tου. Το καταδικό μου και καταδικό μας Νεογέννητο, που στο πρώτο Του χαμόγελο ξαναγεννιέται ο κόσμος και κάνει μαζί Του τα πρώτα βήματα. Το Νεογέννητο που θα με πάρει από το χέρι τη νέα χρονιά και θα με μάθει να περπατώ σωστά, θα με κρατήσει να μη φοβάμαι, θα με τυλίξει με κασκόλ να μην κρυώσω, θα με φροντίσει αν αρρωστήσω, θα ξενυχτίσει στο πλάι μου τις νύχτες που θα ‘χω πυρετό. Ο Λυτρωτής μου. Ο δικός μου Θεός. Ο αιώνιος Επισκέπτης που φέρνει πάντα δώρο την χαρά. 
    Δεν έχει μέτρο η χαρά. Ποτέ δεν είχε! Γιορτάζω ξανά τα σεπτά Γενέθλια του Λυτρωτή μου κι ευχαριστώ τον άγνωστο ποιητή κι εκείνον που έφερε τα λόγια του στο φως, γιατί μου θύμισαν πως τα Γενέθλιά Του, είναι γενέθλια του δικού μου Λυτρωτή. «Καλώς ήρθες στη ζωή εσύ Ζωή μου…»**

Ευάγγελος Θεοδώρου


* Προεόρτιες Καταβασίες, Κυριακή προ του Χριστού Γεννήσεως.
** Στίχος από το τραγούδι μου «Καλώς ήρθες».

Σάββατο 27 Οκτωβρίου 2018

Τι έμαθα στο γιό μου για την 28η Οκτωβρίου



    Οι γιορτές για τα παιδιά είναι πάντα γιορτές. Χαμόγελα πολλά, όρεξη ατελείωτη, πρόβες για το ποίημα, τραγούδι όλη μέρα όπως το είπαν στο σχολείο με τραβηγμένο το «αέραααααα» στο αθάνατο τραγούδι της Σοφίας Βέμπο.
     Οι γιορτές - μεταξύ άλλων - έχουν ιερή αποστολή να διδάξουν στα παιδιά ποιός και γιατί έκανε ένα γεγονός γιορτή. Κι αυτό το χρέος «να παραδώσω στο γιο τη μεγάλη εντολή να με ξεπεράσει», ήρθε η ώρα να αρχίσω να εκπληρώνω.
     Αφηγήθηκα στο γιo μου μια ιστορία, κι ας διανύει μόλις τον τέταρτο χρόνο της ζωής του. Του μίλησα για εκείνους «τους λεβέντες του σαράντα» που πρόλαβα και γνώρισα. Τους δικούς μου λεβέντες· τον παππού μου τον Λιά και τον παππού μου τον Βαγγέλη. Αυτούς που με δίδαξαν, χωρίς να μου το πουν ποτέ με λόγια, πώς να νιώθω στα κατάβαθά μου και να είμαι Έλληνας.
     Εξήγησα στο γιo μου πριν απ’ όλα, γιατί αξίζει «Ελλάδα και ήλιο ο πρώτος να βλέπει». Τον δίδαξα πως Έλληνας είναι αυτός που έμαθε να αγαπά θυσιαστικά, που ασκήθηκε στην αρετή της ταπείνωσης ζώντας περήφανος, που αντίκρισε «τη ζωή με τον ήλιο στην κοιλιά». Του μίλησα για τα σύνορα που πρέπει πρώτα απ' όλα να υπερασπιστεί και να τα κρατήσει πάση θυσία ελεύθερα· τα σύνορα του νου και της καρδιάς. Και πως μαζί με αυτά, αξίζει να υπερασπίζεται την πατρίδα της θεόσταλτης ελληνικής λαλιάς, της προαιώνιας μουσικής που ζει στις εκκλησιές μας, της πίστης σε ένα Θεό αναστημένο. Του μίλησα για μιαν Ελλάδα που για πολλές χιλιετίες δεν είχε σύνορα στη γη γιατί δεν τα χρειαζόταν και για μιαν Ελλάδα που έγινε Ρωμιά και μετά ξανά Ελλάδα χωρίς να αλλάξει τίποτα από τα μέσα της. Του περιέγραψα πώς είναι να νιώθεις εκείνο το σφίξιμο στο λαιμό όταν ακούς τους στίχους του Σολωμού, πώς είναι να δακρύζουν τα μάτια για μια πατρίδα αχαρτογράφητη, μεγάλη και ωραία. Μίλησα στον γιο μου για την ευλογία να ζει του ήλιου το βασίλεμα, όταν όλοι οι άλλοι λαοί έμαθαν να ζουν την δύση. Του έδειξα με τα μάτια μου πως είναι χαρά το να είναι Έλληνας και του δίδαξα τον τρόπο να κάνει την χαρά αυτή γιορτή. Έτσι έγινε γιορτή και το Όχι. Από χαρά. Του μίλησα για εκείνες τις ημέρες, όταν ήρθε - για τους δικούς μου και τους δικούς του λεβέντες - η ώρα που έπρεπε «το μεγάλο Ναι ή μεγάλο Όχι να πούνε». Εξήγησα τι ήταν αυτό που έκανε λεβέντες τους αγράμματους αντάμα με εκείνους του σχολαρχείου.
      Υπάρχει και κάτι που δεν του αφηγήθηκα, αλλά θα έρθει η ώρα που θα το αφηγηθώ. Είναι η τραγική ιστορία που ακολούθησε μετά τις ημέρες του σαράντα. Τότε που σε μια μόνο νύχτα η συντριπτική πλειοψηφία απ’ τους λεβέντες έγιναν ανθρωπάκια, γιατί σύρθηκαν στην απάτη των δεξιά κι αριστερά. Ευτυχώς η μάνα Ελλάδα προνόησε και κάποιοι λίγοι από τους λεβέντες έμειναν για πάντα λεβέντες. Σαν φλέβα καρδιακή που τρέχει καθάριο το ελληνικό αίμα, το ανόθευτο από τις απάτες των καιρών. Φλέβα που τρέχει αίμα ατόφιο σαν χρυσάφι και πολύτιμο σαν μαργαριτάρι του βυθού. Αίμα που μπορεί να δώσει σε ολάκερη την ανθρωπότητα ζωή και να κάνει τον γιο μου κοσμοπολίτη. Αυτό το αίμα αξίζει να το χύσουμε αν χρειαστεί κι εγώ κι αυτός, να πεθάνουμε για χάρη της, να ανοίξουμε δρόμο για τους επόμενους που έρχονται και πρέπει να βρουν πατρίδα για να ζήσουν. Δεν μιλώ ασφαλώς για αυτό που σήμερα εννοούν οι περισσότεροι Ελλάδα. Μιλώ για την άλλη Ελλάδα, την αθάνατη. Την Ελλάδα του παππού του Λιά και του παππού του Βαγγέλη. Για την Ελλάδα που υπερασπίστηκαν «οι λεβέντες του σαράντα».

Θεοδώρου Ευάγγελος

Τρίτη 9 Οκτωβρίου 2018

Επανάσταση



     Άκουσα το τραγούδι αυτό μετά από χρόνια. Ήταν ένα από τα αγαπημένα μου όταν, πριν δυό δεκαετίες περίπου, πέρασα παράνομα από την εφηβεία στην χώρα της επανάστασης. Ακούγοντάς το σήμερα ξανά, νιώθω περήφανος. Ζω ακόμα στον ίδιο τόπο.
     Θα έλεγε κανείς πως ήμουν μάλλον απροσάρμοστος τότε, κι ήταν λογικό. Με καλούσε ο καιρός να ζήσω σ’ έναν κόσμο που δεν με καταλάβαινε και δεν τον καταλάβαινα. Είκοσι χρόνια μετά ακόμα δεν με καταλαβαίνει. Τον κατάλαβα όμως εγώ κι έτσι η επανάσταση που δεν ήξερε ποιόν εχθρό να πολεμήσει, απέκτησε με τα χρόνια σαφή αντίπαλο. Πάνω απ’ όλα όμως πριν να πολεμήσω, λυπήθηκα· κυρίως εκείνους που για μερικά λεφτά, την δόξα και την εξουσία εκπορνεύουν την αξιοπρέπεια και την ελευθερία τους σ’ οποιονδήποτε πλειοδοτήσει.


     Ζω ακόμα τον ρομαντισμό των παιδικών μου χρόνων, το ξέρω και δεν μετανιώνω. Η ζωή είναι στην καλύτερη περίπτωση σκληρή και μόνον ο ρομαντισμός μπορεί να την παλέψει. Νιώθω σαν τον θείο μου τον Οδυσσέα που περίμενε κι αυτός, μάταια μάλλον, να «παραλληλιστοῦν ἄλλου εἴδους γραμμές, κι ἀπέβλεπα στὶς συντεταγμένες τοῦ γυμνοῦ σώματος καὶ τῆς δικαιοσύνης, τῆς ἄλκης καὶ τῆς ἱερότητας, τοῦ παρθενικοῦ καὶ τοῦ ἡδυπαθοῦς!... Οὐτοπία; Μπορεῖ, γιατί ὄχι; μιὰ ἐκδοχὴ ἀνάμεσα στὶς ἄλλες εἶναι κι αὐτή, μόνο ποὺ ἔχει λιγότερες πιθανότητες. Κι ὕστερα κακολογοῦν τοὺς ποιητὲς ὅτι δὲν ἔχουν τὴ δύναμη ν᾿ ἀντιμετωπίσουν τὴν πραγματικότητα, μόνον κάθονται καὶ ῥεμβάζουν. Καλὰ κάνουν. Νὰ βάζεις μὲ τὸ νοῦ σου ἁβρὰ πράγματα, καὶ μάλιστα νὰ τὰ βλέπεις ἀπ᾿ τὴν ἀνάποδη, χρειάζεται νὰ ᾿σαι σκληρός…»
     Κι όσο τα χρόνια περνούν, τόσο βαδίζω στα άκρα με στόχο πάντα την κοινή εκείνη, την μέση και βασιλική οδό. Πρέπει να ριζοσπαστικοποιηθεί κανείς εγκαίρως αλλιώς πάει στράφι ολάκερη ζωή, η μία και μοναδική που αναλογεί στον καθένα. Υπάρχουν επαναστάσεις σαν αυτή του ’21, που άρχισαν και τέλειωσαν. Υπάρχουν κι εκείνες, που αρχίζουν μιαν ημέρα αλλά δεν τελειώνουν ποτέ. Σαν του Μακρυγιάννη και του Παπαδιαμάντη, του Τσαρούχη και του Καβάφη, του π. Πάμφιλου και του παππού μου του Λιά. Κι ας κρίνει ο χρόνος στο τελείωμα ποιος είναι ο νικητής.

Ευάγγελος Θεοδώρου