Παρασκευή 30 Μαρτίου 2018

Τρόπος θηλυκός



Θα ήθελα να πω
πως η γειτνίαση ετούτων των βουνών
με αυτό το αρχιπέλαγος,
καθόρισε σε βαθμό απόλυτο
τον Τρόπο,
που ο παππούς του έδωσε όνομα θηλυκό
και το ‘πε Ελλάδα.


Είναι προφανές.
Όλες οι κατακλυσμιαίες δυνάμεις του σύμπαντος
εμπεριέχουν μιαν υπερχείλιση θηλυκή.
Κι η Ελλάδα δεν είναι εξαίρεση
ούτε κανόνας.
Είναι γενεσιουργός αιτία.
Ως θηλυκό πεποικιλμένο
από τον καιρό του πρώτου είναι της,
προσδιόρισε ερωτικά κάθε της πτυχή.
Από έρωτα παντρεύτηκε τον Τόπο
και γέννησαν παιδιά όμορφα.
Πρωτότοκος ο Λόγος,
κοσμοπολίτης και αρμενιστής
ικανός να ρίξει αγκίστρι
στα πιο σκοτεινά νερά της αβύσσου
και να ψαρέψει μαργαριτάρι
αθέατο κι ατόφιο.

Πατέρας – γενάρχης παλαιικός – ο Τόπος,
Μάνα – Ωραία σαν την Ελένη μας – ο Τρόπος,
και Πρωτότοκος – καραβοκύρης έμπειρος – ο Λόγος
που έμαθε να πλέει
περνώντας τα χρόνια της νιότης του
απάνω σε βουνό.  

Παρασκευή 23 Φεβρουαρίου 2018

Ζωή


Είμαι βέβαιος πια.
Τη ζωή την ζει κανείς κανονικά
μοναχά αν βιώσει τις ανηφόρες και τις κατηφόρες της όλες.
Τον έρωτα και την απογοήτευση
την αγάπη και το αντίθετο της
(τι μπορεί άραγε να σταθεί αντάξια απέναντι της ως αντίθετο;)
την χαρά και την λύπη
την φτώχεια και τον πλούτο
όλα τα έτσι και τα ανάποδα.
Αλλιώς είναι ζωή μισή.



Δεν αναρωτιέμαι γιατί μονάχα έτσι
να λειτουργεί ορθά η πραγματικότητα.
Η ζωή ζητά πρωταθλητές
κι ο τρόπος ο Ελληνικός δεν είναι τρόπος θεατή.

Είναι ανάγκη
να απαντήσει ο άνθρωπος εγκαίρως στα ερωτήματα.
Όχι για να καλύψει την προαπαιτούμενη ύλη σαν μαθητής.
Αλλά για να μπορέσει μέσω των απαντήσεων
να γεννήσει τα επόμενα ερωτήματα
τα αμείλικτα και μεγάλα.
Τα μετά.

Ευάγγελος Θεοδώρου


Τετάρτη 7 Φεβρουαρίου 2018

Σαν θάλασσα 2


Έτσι είναι η ζωή
σα θάλασσα.
Πρωτοβαδίζεις σ’ αμμουδιά
βρεγμένη αρμύρα κι ήλιο
πρωταρμενίζεις σε νερά ρηχά
γαλάζια.



Κι ύστερα γίνονται βαθιά και σκοτεινά
ζωγραφισμένα σε κύμα επάνω
και βράχια συμπληγάδες
έως ότου μιαν ημέρα
ο λεβάντες σε ξοκείλει
σ’ αμμουδιά βρεγμένη
γαλήνη κι ερημιά
σαν απάγκιο ναυτικό.

Έτσι είναι η ζωή,
σα θάλασσα.  

Ευάγγελος Θεοδώρου

Παρασκευή 2 Φεβρουαρίου 2018

Σαν θάλασσα 1


Με παράδοση πλατιά
σαν θάλασσα.
Αυτή είναι η Ελλάδα
πλατιά σαν θάλασσα.
Κι ας είναι λίγοι πια αυτοί που αρμενίζουνε
κι ας μένουν οι τριήρεις και οι τράτες
κουρνιασμένες.

Η Ελλάδα θάλασσα
γαλάζια και σκοτεινή σαν άβυσσος
μα πάντα πλατιά.


Σόι σου να 'ναι η θάλασσα
και η Ελλάδα μάνα,
με αγκαλιά πλατιά 
σαν θάλασσα.


Ευάγγελος Θεοδώρου

Τρίτη 6 Σεπτεμβρίου 2016

Μια παλιά αγαπημένη


          Και μονομιάς, εκείνος ο έρωτας των τριών θαλασσών χάθηκε ανάμεσα σε ψιλόλιγνους μιναράδες και παλάτια γεμάτα χαρέμια πλουμιστά. Δεν είναι απωθημένο ετούτος ο έρωτας, είναι πόθος βουτηγμένος σε λαοθάλασσα ανατολίτισσα και μαγική.





         Καταμεσής τέτοιας αγάπης μια Αγιασοφιά, στολίδι κρεμαστό σε στήθος μάνας Ρωμιάς. Απέναντι από την πόρτα της στάθηκε άγγελος με βλέμμα ελεγχτικό, να κοιτά κατάματα καθένα που τολμά και διαβαίνει το κατώφλι.




      Ξημερώνει ανατολίτισσα και δύει πάντα Βασιλεύουσα η Πόλη, έρημη, με βασιλιά μαρμαρωμένο κι έρημο. "Στη δική μας τη χώρα όλα μιλούν για θυσίες, για βασιλιάδες τρανούς, για δικεφάλους που μείναν τις εκκλησιές να κοσμούν..."




         Δε σου ζητώ να αλλάξεις αγκαλιά, αλλουνού είναι ετούτα τα κρίματα. Στις μέρες τις ξενιτειάς σου εγώ σε ερωτεύτηκα ξανά, σου τραγούδησα και σε χόρεψα, γεννήθηκα, βύζαξα και πέθανα στην αγκαλιά σου. Να με περιμένεις σου ζητώ, θα έρθω, να με περιμένεις...



Ευάγγελος Θεοδώρου

Σάββατο 16 Ιανουαρίου 2016

Τα χρώματα της πίστης

           Μας είπε, «Σφαλίστε τα μάτια και κοιμηθείτε». Κοιμηθήκαμε λοιπόν ώρες πολλές, δε ξέρω πόσες, μα πολλές. Μες στον ύπνο τον βαθύ, ακούγοντας τον παφλασμό των κυμάτων από την ανάποδη -όπως τον ακούει ο δύτης σαν ανεβαίνει απ’ το βυθό- μας είπε, «Ξυπνήστε, ελάτε, ανοίξτε τα μάτια σας»Αντίκρυ, στο αχνό του ορίζοντα, το γαλάζιο τ’ ουρανού αγκαλιαζόταν με μιαν απόχρωση του κόκκινου. Δεν είμαι καλός να διακρίνω τις λεπτές αποχρώσεις των χρωμάτων, παρά μόνο σαν τις αισθανθώ μπορώ να ξεχωρίσω. 
            Ξυπνήσαμε όλοι, άλλος αργά άλλος μονομιάς. Κι ύστερα, μας έθεσε το μεγάλο εκείνο ερώτημα: «Πείτε μου, ο ήλιος βασίλεψε ή περιμένουμε ανατολή;»


          Άκουσα λογιών - λογιών απαντήσεις. Άλλες αυθόρμητες, άλλες διστακτικές, άλλες με σιγουριά, άλλες αβέβαιες. Είδα πολλούς να σιωπούν μέχρι να ξεκαθαρίσουν τα χρώματα στα μάτια τους, άλλους να ζητάνε χειροπιαστές τις αποδείξεις κι άλλους να περιμένουν κάποιο φαινόμενο φυσικό. Είδα και κάποιους να κάνουν στατιστική τις απαντήσεις των πολλών ώστε να βρουν την απάντηση.
          Άκουσα ένα παιδί να απαντά με βεβαιότητα πως όπου να ‘ναι θα ανατείλει, κι έναν γεράκο που η πείρα των βεβαίωνε πως έδυσε ο ήλιος. Είδα τους άντρες, να ψηλαφίζουν το χώμα κι από εκεί να παίρνουν την απάντηση αναλόγως με την υγρασία του. Παρατήρησα τις γυναίκες, να κοιτούν τα πουλιά του ουρανού και να κρίνουν από το πέταγμα τους την άφιξη της νύχτας ή το καλωσόρισμα της μέρας. Είδα σκόρπια και κάποιους λίγους να σφαλίζουν ξανά τα μάτια, ώστε να ακούσουν προσεκτικά τους ήχους του σύμπαντος κι από εκεί να κρίνουν την απάντηση.
      Σαν περνούσε η ώρα -άλλοι έχοντας δώσει την απάντηση κι άλλοι όχι- όλοι στράφηκαν προς τα εδώ ή προς τα εκεί. Τράβηξαν βόρεια ή απάνω στο δρόμο του νοτιά. Ακολούθησαν την κίνηση της γης, μαζί της ή ανάποδα. Άνοιξαν συζήτηση επί του θέματος σε παρέες μεγάλες ή μικρές, συνομήλικοι ή όχι. Μερικούς, τους άκουσα με βεβαιότητα, να μονολογούν συζητώντας με τον εαυτό τους. Κι είδα αρκετούς σαν πέρασε η ώρα, πως ξέχασαν την ερώτηση ή αρνήθηκαν ακόμα και να απαντήσουν.
       Χαίρομαι, μ’ ακούς; Χαίρομαι που βρίσκομαι ανάμεσα σε τόσους, χαίρομαι που αντικρίζω τον ορίζοντα, που άκουσα την ερώτηση, που ζητώ να βρω κι εγώ την απάντηση. Μα κρυφά μέσα μου -μ' ακούς;- χαίρομαι περισσότερο που δεν άκουσα δύο απαντήσεις, κι ας είναι δυό μονάχα τα ενδεχόμενα. Το κάθε βλέμμα μορφοποιεί αλλιώς τα χρώματα της ίριδας. Η κόρη του ματιού, σαν των δαχτύλων το αποτύπωμα, είναι μοναδική και δεν αρμόζει σε μια μοναδικότητα τσουβάλιασμα και όχλος.
         Θυμήθηκα τότε, τον γέρο ερημίτη στο υψόμετρο του Σινά που μου διηγήθηκε κάποιο καλοκαίρι, το πώς στη ζωή του ολάκερη ζητούσε να ‘βρει το Θεό. «Ταξίδεψα όλη τη γη» μου είπε, «γνώρισα βιωματικά τις μεγαλύτερες θρησκείες των ανθρώπων». «Και πώς ξέμεινες πάτερ εδώ;», τον ρώτησα, «γιατί την Ορθόδοξη πίστη;» «Γιατί μονάχα εδώ βρήκα Ελευθερία».


Ευάγγελος Θεοδώρου
Το κείμενο συνοδεύει 
την κινηματογραφική παραγωγή 
του φωτογράφου και φίλου
Βασίλη Μούμκα
https://www.youtube.com/watch?v=lATn9cwIoSU

Σάββατο 26 Δεκεμβρίου 2015

Αλλόκοτο μυστήριο

        Θυμάμαι καθαρά την εποχή της μεγάλης μου αναζήτησης κι αυτό το «επί γης» θαρρώ πως ήρθε σαν λύτρωση σε μιαν απαίτηση επιτακτική. Ένας Θεός εξ αποστάσεως που μου συνέστησαν, από εκεί ψηλά, με άφηνε με το πλατωνικό απωθημένο του «Θεός ανθρώπω ου μείγνυται»(2). Στη ζωή κατάλαβα νωρίς: μοναχά σαν χτίσω σχέση ουσιαστική μπορώ να προχωρήσω. Όχι από δειλία ή φόβο, μα από ανάγκη υπαρκτική. Αν υπάρχεις Θεέ μου και με έφτιαξες και είμαι εδώ ζωντανός με τις πέντε μου αισθήσεις, ζητώ με αυτές να Σε συναντήσω, να Σε νιώσω, να Σου μιλήσω.
          Αυτό το «επί γης» είναι απόδειξη πως «υπεραναβέβηκεν αγάπη κρίσεως»(3) ο Θεός «δια το αγιασθήναι τω ανθρωπίνω του Θεού τον άνθρωπον»(4). Κι έτσι ξέρω πια πως δεν ήρθε να με κρίνει, αλλά να ντυθεί το φύραμα μου για να δημιουργήσουμε μαζί, να σχεδιάσουμε το μέλλον μου, να αγιάσει κάθε παραμικρό μου θέλω. Και μέσα εκεί, σε αυτή την αγκάλη, να μπορώ να αγαπήσω και να ξέρω πως κάθε μου έρωτας θα βρίσκει κατάλυμα στον έρωτα Του.(5) Ήρθε «μορφήν δούλου λαβών»(6) για να αδειάσει τον ωκεανό της θεότητας Του μέσα στη δική μου πραγματικότητα κι έτσι να γνωρίσω το δικαίωμα μου στο «καθ’ ομοίωσιν»(7).


       Αυτή η τρέλα του «επί γης» είναι απόδειξη πως πριν πιστέψω εγώ σε Αυτόν, πιστεύει Αυτός σε μένα κόντρα σε κάθε λογική. Με αποδέχεται όπως είμαι με τα στραβά κι ανάποδα μου γιατί πιστεύει πως «μπορώ να υπάρχω ολόκληρος μέσα στη σχέση αυτή, όχι να είμαι απλά ένα καλό παιδί ή ένας συγχωρεμένος»(8). Κι ας προδίδω την αγάπη Του. Κι ας απομακρύνομαι με την ελευθερία που μου χάρισε. Κι ας αρνούμαι ακόμα κι ότι Υπάρχει.
          Αυτή Του η εμπιστοσύνη γεννά τη δική μου πίστη για Εκείνον και με λιώνει σαν κερί γιατί ποτέ δεν φάνηκα αντάξιος της αφοσίωσης Του. Στα όρια της ανθρώπινης κατανόησης γνώρισα μαζί με τον υμνωδό πως «ἄσαρκος γὰρ ὢν, ἐσαρκώθη ἑκών· καὶ γέγονεν ὁ Ὢν ὃ οὐκ ἦν δι’ ἡμᾶς· καὶ μὴ ἐκστὰς τῆς φύσεως, μετέσχε τοῦ ἡμετέρου φυράματος»(9). Σε αυτήν εδώ ακριβώς την ενσάρκωση ξεκινά η ανθρώπινη ιστορία από την αρχή με τη δική μου συμμετοχή, τη δική μου συγκατάβαση, το δικό μου ανθρώπινο μεγάλο ναι.    
          Αυτό το αλλόκοτο μυστήριο που παρακολουθώ εμπρός μου δεν είναι γεγονός που κάποτε συνέβη και ψάχνω τρόπο να πιαστώ. Είναι σε χρόνο ενεστώτα χτίσιμο γέφυρας με σκοπό να συναντήσω εδώ, στην καθημερινότητα μου, τον Μεγάλο Επισκέπτη και μαζί Του να περάσω απέναντι, στη δική του αχρονία. Αυτή ακριβώς η διάβαση είναι που κάνει τα Χριστούγεννα γιορτή!
         Μιαν ανάμνηση την εξαντλεί κανείς σε μια κουβέντα, σε έναν στοχασμό αν θέλεις βαθύτερο, σε ένα συμπόσιο λογίων εκλεπτυσμένο. Και από τέτοιες αναμνήσεις μέλλοντος αδειανές, μπουχτίσαμε θαρρώ. Του Χριστού η γέννα είναι γιορτή γιατί διαδραματίζεται στο εδώ και στο τώρα μου που ελεύθερα μπορώ να πραγματώσω, εν Θεώ. Του Χριστού η Γέννα είναι γιορτή γιατί ευωδιάζει απ’ των ποιμένων το σπήλαιο κιόλας, Ανάσταση, κι ας περνάει πρώτα απ’ το Σταυρό. Του Χριστού η Γέννα είναι γιορτή γιατί η βρεφικότητα της φάτνης σταλάζει Ήλιο σε κάθε επί γης ανθρώπινο καλωσόρισμα. Κι αν το καλοσκεφτείς, η Γέννα του Χριστού είναι γιορτή γιατί κάθε τι που όντως γεννάται έχει εκ προοιμίου νικήσει τον θάνατο. «ὅπου Θεὸς δὲ βούλεται, νικᾶται φύσεως τάξις, ὡς γέγραπται. Χριστὸς ἐτέχθη, ἐκ τῆς Παρθένου, ἐν Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας».(10)

1. Ειρμός Ενάτης Ωδής, Καταβασίες Χριστουγέννων, ελεύθερη απόδοση
2. Πλάτων, Συμπόσιο, 203a, Αναβαθμοί φιλοσόφου έρωτος
3. Πατερική θεολογία
4. Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος
5. Άγιος Νικόλαος Καβάσιλας
6. Προς Φιλιππησίους, κεφ. 2, στ. 7
7. Γενέσεως, κεφ. 1, στ. 26
8. «Σε τι μας χρειάζεται η ενσάρκωση», π. Νικόλαος Λουδοβίκος
9. Τρίτο κάθισμα, Όρθρος Χριστουγέννων
10. Πρώτο κάθισμα, Όρθρος Χριστουγέννων



Ευάγγελος Θεοδώρου
Άρθρο για το περιοδικό «Όσιος Νίκων ο Μετανοείται» τ. Οκτ-Νοε-Δεκ. 2015