Δευτέρα 23 Μαρτίου 2020

Η μεγάλη μάχη


    Κι έτσι ξαφνικά, όλα όσα έμοιαζαν με βεβαιωμένες κατοχυρώσεις, χάθηκαν πίσω από τοίχους και πόρτες κλειστές. Ιδεολογίες, απόψεις, κοινωνική καταξίωση, χρήματα, διασυνδέσεις, πτυχία, όλα στον κάλαθο των αχρήστων. Στις πολεμίστρες, έμειναν μονάχα τα εφόδια που φρόντισε ο καθένας να συγκεντρώσει μέχρι τώρα στη ζωή του. Αγάπη, υπομονή, επιμονή, καρδιά σε εγρήγορση, έλεγχος των λογισμών. Κάθε είδους εργασία προσωπική, κάθε απόπειρα συνάντησης με τον Δημιουργό, κάθε λεπτό αυτοθέλητης απομόνωσης με στόχο την συγκέντρωση εφοδίων για τη μάχη. Την κάθε μάχη.  
  Δικαίωμα, στο δεν ξέραμε τι μας περιμένει, δεν έχουμε. Η ιστορία που επαναλαμβάνεται με μαθηματική ακρίβεια, ο ελληνικός τρόπος ήδη από την εποχή του Ομήρου και πιο πριν, η ορθόδοξη παράδοση, όλα διδάσκουν με συνέπεια ευλαβική πως η ειρήνη εξασφαλίζεται στην προετοιμασία για πόλεμο.
     Δεν ξέρω τη διάρκεια της μάχης, μα φαίνεται πως θα χρειαστεί να πάρουμε βαθιά ανάσα μέχρι να βγούμε στην επιφάνεια. Στο μέτρο που ο καθένας μας μπορεί, να σκεφτούμε και να προσευχηθούμε για όλους όσους μένουν σε ένα μικρό ανήλιαγο δυάρι στα Πατήσια και την Κυψέλη, όλους όσους ζουν μονάχοι τους, όλους όσους είναι ανήμποροι και άρρωστοι, όλους όσους καλούνται να ανέβουν έναν ανήφορο πολύ πιο δύσκολο από όσους ζουν στο χωριό, απ’ όσους είναι υγιείς, απ’ όσους μοιράζονται τις δύσκολες ώρες με πρόσωπα αγαπημένα.


     Μέσα σε όλα τα άλλα, η ζωή θα μας θυμίσει πως ο άνθρωπος δεν είναι φτιαγμένος να ζει στα τσιμέντα. Ο άνθρωπος φτιάχτηκε για να συνυπάρχει με τη φύση, να είναι εργάτης στον αμπελώνα του Θεού. Κι όπου δεν υπάρχει συνύπαρξη με την υπόλοιπη κτίση, υπάρχει μοναξιά.  Στην επαρχία, στις μικρές πόλεις και τα χωριά, ο πόλεμος ήταν, είναι και θα είναι πάντα πιο εύκολος. Ας το κρατήσουμε ως διδαχή για το μέλλον.
     Τώρα που ο αόρατος ιός απειλεί την σωματική μας υγεία, ένας άλλος αόρατος εχθρός θα απειλήσει εξίσου επικίνδυνα και τη ψυχική/πνευματική μας υγεία. Καμπάνα δεν θα χτυπά να δίνει κουράγιο στους έγκλειστους, παπάς δεν θα λειτουργεί, ούτε το έγγραφο δικαίωμα για να πάμε να ανάψουμε ένα κερί δεν έχουμε πια. Ο ελληνισμός ακροβατούσε πάντοτε – μπορεί όχι με αταλάντευτη ισορροπία – μεταξύ της επιστήμης και της υπέρβασής της. Τώρα αφήσαμε μόνη την επιστήμη  και το λάθος μπορεί να αποδειχθεί ολέθριο.
     Θα κλείσω τα μάτια και θα περιδιαβώ βήμα - βήμα κάθε μονοπάτι της ζωής μου. Της πατρογονικής, της αγίας γης του Σινά, του τόπου που με φιλοξενεί τώρα, κάθε γωνιάς του κόσμου που πρόλαβα να επισκεφθώ μέχρι σήμερα. Θα ταξιδέψω με την προσευχή και θα ξεναγήσω τα παιδιά μου όπου ο Θεός και ο άνθρωπος άφησαν το φυσικό και πνευματικό αποτύπωμα της πορείας τους στον κόσμο. Θα αγκαλιάσω τους γονείς μου και τα αδέρφια μου, τους φίλους και τους αγαπημένους μου ξανά. Βάζοντας - όπως έκανα πάντα – τον Θεό να παρίσταται σε κάθε τέτοια επίσκεψη και συνάντηση. Γιατί «εκεί που είναι ο Θεός, δεν υπάρχει θάνατος» (1).
     Υ.Γ. Ο αυτοθέλητος εν πολλοίς εγκλεισμός μας, δεν πρόκειται να σημάνει ΠΟΤΕ την παράδοση της θεόσδοτης ελευθερίας μας. Γι’ αυτό ας έχουμε – καλού κακού – το νου μας. Οι κλέφτες γυρνάνε τη νύχτα, όταν όλοι είναι κλεισμένοι σπίτια τους. Μπορεί να μην κλέβουν τώρα, αλλά να ετοιμάζονται για τις κλοπές τους μέλλοντος. Θα μας βρουν και πάλι στις πολεμίστρες, έτοιμους για μάχη.
Καλή δύναμη και καλή ανάβαση!  


Ευάγγελος Θεοδώρου


1. "Πέτρος ο Πελοποννήσιος, μυθιστορηματική βιογραφία",  κεφ. Πανώλη, σ. 609

Σάββατο 14 Μαρτίου 2020

Έτσι θα έρθει η Λαμπρή και η Άνοιξη

Το είχα ακούσει και άλλοτε.
Κόλαση είναι η μοναξιά. Η αδυναμία να συναντηθώ
να κοιτάξω τον άλλο - τον κάθε «άλλο» - μεσ’ στα μάτια.  
Παράδεισος είναι τα βλέμματα που συναντιούνται
το κοίταγμα στο πρόσωπο του άλλου – του κάθε «άλλου».
Να με δει και να τον δω
να κοινωνήσουμε ζωή, βιώματα και εμπειρίες, θύμησες κι ελπίδες.
Κανένας μηχανικός τεχνητής νοημοσύνης ή εικονικής πραγματικότητας
δεν βρήκε, ούτε πρόκειται ποτέ να βρει,
εκείνο που αντικαθιστά το ανθρώπινό μας βλέμμα.
Ο Παράδεισος δεν ανακαλύπτεται τεχνητά.
Υπάρχει μονάχα στον κόσμο της Ζωής.
Μέσα του βασιλεύει ο Έρωτας και η Αγάπη, η Αλήθεια και η Ελευθερία
δυνάμεις που ορίζουν το πώς και το γιατί, την αιτία και τον σκοπό.
Παρ’ όλη την αδυναμία των σύγχρονων αλχημιστών
να αντικαταστήσουν τη Ζωή με τις οθόνες των χεριών,
μας έπεισαν πως το χημικό συστατικό του χρυσού
κρύβεται στον ψηφιακό κόσμο της κολάσεως.


Κι ύστερα,
απέστρεψε το βλέμμα του ο Δημιουργός και ταράχθηκαν τα σύμπαντα
η πόρτα του Άδη άνοιξε· η μοναξιά που φανερώθηκε, αβάσταχτη·
το μαρτύριο που έρχεται οδυνηρό.
Μέχρι το Πάσχα έχει σταυρό βαρύ και ανηφόρα.
Με συνεχή παράκληση
να ξαναστρέψει το ζωηφόρο βλέμμα Του, που χωρίς αυτό υπάρχει θάνατος.
Με διαρκή προσμονή
να ξανασυναντηθούν τα δικά μας βλέμματα, του κόσμου της Ζωής.  
Με φιλότιμη προσπάθεια
να γνωρίσουμε το δικό μας πρόσωπο, μακριά από τις οθόνες.
Έτσι θα έρθει η Λαμπρή και η Άνοιξη.
Μονάχα αν την φέρουμε.

Ευάγγελος Θεοδώρου 

Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 2020

Στους ήρωες της επιστροφής


     Στο κύκνειο άσμα του «Οι αδελφοί Καραμάζοφ», ο εργάτης του ανθρώπινου βάθους Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, μεταξύ άλλων κορυφαίων αποφθεγμάτων που παρέδωσε στην διανόηση της ανθρωπότητας, άφησε κληρονομιά κι εκείνο το σπουδαίο «χωρίς Θεό, τα πάντα επιτρέπονται».
     Κι όσο τα πάντα θα επιτρέπονται μακριά από το σπίτι του Πατέρα, τόσο Εκείνος θα στέκει στο παραθύρι άγρυπνος να περιμένει, νύχτα και ημέρα, ώρες ατελείωτες και στιγμές μακριές σαν αιωνιότητα.  Περιμένει κόντρα σε κάθε λογική μας, πέρα από κάθε ακρότατο όριο της υπομονής μας, κόντρα στον καθωσπρεπισμό και τις νόρμες του «σωστού» και του «λάθους» μας, κόντρα στην υποκριτική αφοσίωση του «καλού» Του παιδιού.
     Ο γιος έφυγε. Πήρε χωρίς κρατούμενα όλα όσα ζήτησε, ξέχασε τα πάντα και ταξίδεψε στη χώρα του «επιτρέπεται». Κι όταν στον τόπο εκείνο όλα τελείωσαν (όπως τελειώνουν πάντα), κι όταν όλοι και όλα ντύθηκαν απογοήτευση και φτώχεια (όπως πάντα ντύνονται) μέσα από το νου και την καρδιά του γιού ξεπρόβαλε η θύμηση του  Πατέρα.


     Στέκομαι δίπλα στον φυγά και τον θαυμάζω. Εκεί, στο βάθος της αβύσσου του, με μόνη ελπίδα την εικόνα του Πατέρα εμπρός στα μάτια, μας δίδαξε την σωτήρια ταπείνωση, την ιερή μετάνοια, τη θέληση για αλλαγή, το ηρωικό κουράγιο να περπατήσει τον δρόμο της επιστροφής από τη χώρα του «επιτρέπεται» στον αναντικατάστατο παράδεισο της γενέθλιας γης.
     Σκύβω το κεφάλι σαν ιερός προσκυνητής μπροστά στους καθημερινούς ήρωες, που στο διάβα της ζωής αποφάσισαν μια μικρή ή μεγάλη επιστροφή. Σε εκείνον που έκοψε το τσιγάρο ή το ποτό, σ’ εκείνον που επέστρεψε από την κόλαση των ναρκωτικών, σ’ εκείνη που έσωσε το γάμο που πρώτα είχε προδώσει, σ’ εκείνον που ξαναπόνταρε στην αξία της ζωής κι όχι στα ζάρια, σ’ εκείνη που η κοινωνία την είχε τελειωμένη και ξαναστάθηκε κόντρα στην κατακραυγή. Υποκλίνομαι σε κάθε μικρή ή μεγάλη επανάσταση που λαμβάνει χώρα μέσα σε μια καρδιά, σε κάθε μάχη που τόλμησε ένας Δαβίδ μπροστά στον προσωπικό του Γολιάθ, σε καθέναν που ξεμάτωσε παλεύοντας να φωτίσει τα σκοτάδια της ψυχής του. Στήνω μνημείο στον κάθε άγνωστο στρατιώτη και αποτίω φόρο τιμής και δόξα στους ήρωες και τις ηρωίδες της γειτονιάς μου, τους διπλανούς και τους απέναντι που μόνο ο Πατέρας γνωρίζει αφού περίμενε μια ζωή ολόκληρη για να επιστρέψουν. Είναι εκείνος ο Πατέρας, που τρέχει να προϋπαντήσει καθέναν που φαίνεται στη στροφή του δρόμου, χωρίς να περιμένει να φτάσει ο μετανοιωμένος μέχρι την πόρτα για να ζητήσει συγχώρεση. Γιατί μονάχα Αυτός κάνει τα ενενήντα εννιά βήματα, περιμένοντας από τα παιδιά Του μονάχα ένα. Το πολύτιμο εκείνο ένα.
     Ιδού λοιπόν το ζύγι. «Χωρίς Θεό, τα πάντα επιτρέπονται» από τη μια και «μονάχα με Θεό τα πάντα είναι δυνατά» από την άλλη. Διαλέγω το δεύτερο γιατί γεννά ήρωες, κι εγώ μεγάλωσα με πορτραίτα ηρώων στο παιδικό μου δωμάτιο.

Ευάγγελος Θεοδώρου

Πέμπτη 30 Ιανουαρίου 2020

Μια σκηνή βγαλμένη από τα παραμύθια


     Σήμερα το πρωί, ανήμερα των τριών Ιεραρχών. Στον Ιδρυματικό Ναό της Αγίας Σκέπης (Πατριαρχική Ανωτάτη Ακαδημία). Το 5ο Δημοτικό σχολείο Ηρακλείου προσήλθε για μια ακόμα σχολική γιορτή. Μπήκαν στην εκκλησία, στάθηκαν με μια κάποια ησυχία για την ηλικία τους, είπαν (σχεδόν) όλα μαζί το «Πάτερ ημών», κοινώνησαν στη σειρά και ύστερα ο παπάς τους διάβασε τον άρτο. Στο τέλος, πέρασαν να πάρουν και το αντίδωρο. Στο δρόμο για την έξοδο ήταν μια εικόνα των τριών Ιεραρχών με ένα κερί αναμμένο μπροστά. Ακουμπισμένος με την πλάτη σ’ ένα καλοριφέρ χάζευα τα παιδιά καθώς έφευγαν. Πολλά πέρασαν χωρίς να καταλάβουν πως ετούτοι εδώ οι Άγιοι ήταν τα πρόσωπα της ημέρας.


      Ξάφνου, μια κοπελίτσα κοντοστάθηκε κι έκανε το σταυρό της ανάποδα. «Ένα ακόμα που δεν του έδειξαν ποτέ» σκέφτηκα. Κι αμέσως μετά, μια σκηνή βγαλμένη από τις αμυδρότατες μνήμες των παιδικών μου χρόνων επάνω στον Ταΰγετο. Μνήμες που κατέγραψα στη μυθιστορηματική βιογραφία του διδασκάλου Πέτρου του Πελοποννησίου: «Πρώτη η κόρη γονάτισε εμπρός στην Κυρά Δέσποινα κρατώντας στα χέρια της ένα μπουκέτο ασπρολούλουδα, παπαρούνες και κυκλάμινα. Έσκυψε το κεφάλι και παρακάλεσε την Κυρία των αγγέλων να της στείλει ένα βασιλόπουλο να την ζητήσει, όμορφο και καλό σαν τον πατέρα της. Σηκώθηκε, ακούμπησε όρθια τα δώρα της στην άκρη της εικόνας, φίλησε την Παναγία και έφυγε» (κεφ. Στη Ζερμπίτσα, σ. 111). Η νεαρή μαθήτρια γονάτισε, κοίταξε τους Αγίους στα μάτια και με το κεφάλι της σκυμμένο ελαφρά έπιασε να τους μιλά όπως θα μιλούσε στα αδερφάκια της, στις φίλες της, στους γονείς της, στον αγαπημένο της στο μέλλον. Δεν άκουγα τί τους έλεγε, μα τους είπε κάμποσα. Κι ύστερα σηκώθηκε, έκανε πάλι το σταυρό της ανάποδα κι έφυγε. Καλύτερη προσευχή δεν άκουσε σήμερα ο Ουρανός. Αμέσως μετά, κάθε παιδί που έβγαινε από την εκκλησία χαιρετούσε πρώτα τους Αγίους. Ούτε κι αυτά τα δίδαξε κανένας. «Υπάρχει ακόμα ελπίδα» ξανασκέφτηκα με δάκρυα στα μάτια…

Ευάγγελος Θεοδώρου

Σάββατο 30 Νοεμβρίου 2019

Καλώς ήρθες Ανουάρ


    Καλημέρα Ανουάρ! Καλώς ήρθες! Εγώ είμαι ο Ευάγγελος. Έχω κι εγώ δύο παιδάκια σαν εσένα, τον Θεόδωρο που είσαστε ίσα και τον Ιωάννη. Ξέρω πως νιώθεις περίεργα, αλλά μη στεναχωριέσαι. Όλα θα φτιάξουν! Έλα να κάτσουμε, έχω τόσα να σου πω!
     Γνωρίζω έναν φίλο σου, τον Τάρεκ! Ένα πολύ καλό και πανέξυπνο παιδί, σαν εσένα. Κοιμηθήκαμε και φάγαμε μαζί πολλές φορές. Μου είπε παραμύθια από τον τόπο του και του είπα κι εγώ ιστορίες από τον δικό μου. Θα σου πω κι εσένα σήμερα μια ιστορία που ίσως δεν τύχει άλλος να σου πει. Θα σου μιλήσω για τον άσχημο κόσμο των μεγάλων, παρόλο που είσαι ακόμα μικρός. Καμιά φορά, η ζωή των μεγάλων έρχεται νωρίτερα από το κανονικό.
  Ήρθες από το Ιράκ, μια πανέμορφη χώρα που στα παλιά χρόνια την έλεγαν Μεσοποταμία. Εκεί λένε πως ήταν ο Παράδεισος! Έχει ιστορία αρχαία, όσο αρχαία είναι η ιστορία της Σπάρτης που σε έφεραν για να μείνεις. Δεν έχω πάει ακόμα στο Ιράκ, αλλά εύχομαι μια μέρα να τα καταφέρω κι ελπίζω να είσαι εκεί να με ξεναγήσεις!
     Τη χώρα σου Ανουάρ την κατέστρεψαν πριν από τριάντα χρόνια κάποιοι πολύ κακοί άνθρωποι, που ήρθαν από την άλλη μεριά του κόσμου, χωρίς λόγο και αιτία. Σκότωσαν τους παππούδες, τους θείους και τις θείες σου, έκλεψαν τους θησαυρούς και τα όνειρά σας, κατέστρεψαν τα σπίτια, τις ζωές και το μέλλον σας. Κι όταν μετά από χρόνια έφυγαν επειδή πήραν όλα όσα ήθελαν, άφησαν πίσω τους ερείπια και διχόνοια. Ιρακινοί μουσουλμάνοι σουνίτες πολέμησαν και συνεχίζουν να πολεμούν Ιρακινούς μουσουλμάνους σιίτες όπως είναι η οικογένειά σου. Τι παράξενος ο κόσμος των μεγάλων!
    Όταν έφυγες από το σπίτι σου, ξέρω πως έκλαψες πολύ. Άφησες πίσω τους συγγενείς και τους φίλους σου, την αυλή που παίζατε ποδόσφαιρο, το όμορφο τζαμί που πηγαίνατε τις Παρασκευές να προσευχηθείτε. Στο χωριό σου δεν ήταν όλα τέλεια, αλλά δεν υπήρχε λόγος για να φύγεις. Φταίει εκείνος ο κακός και άσχημος άνθρωπος, που ήρθε μια μέρα στο σπίτι σας και έπεισε τον μπαμπά πως θα σας πάει να μείνετε σε ένα μέρος πιο όμορφο από το δικό σας. Υπάρχει όμως Ανουάρ τόπος καλύτερος από τον τόπο που γεννήθηκες; Ο μπαμπάς σου έδωσε πολλά λεφτά για να φύγετε. Ένας Θεός ξέρει που τα βρήκε τόσα λεφτά! Εδώ στη Σπάρτη που ήρθες – που κι εδώ δεν είναι όλα τέλεια -, οι περισσότεροι δεν έχουν τόσα λεφτά όσα έδωσε ο μπαμπάς σου σ’ εκείνον τον κακό άνθρωπο. Το όνομά του, να το θυμάσαι να μην το ξεχάσεις ποτέ, είναι Λαθρέμπορος. Εμπορεύτηκε την αγγελική ψυχούλα και το κορμί σου, όπως ακριβώς εμπορεύονται τα αρνιά και τα κατσίκια που τα πάνε για σφαγή. Να ξέρεις πως το έκανε μονάχα για τα λεφτά, δε σε νοιάστηκε όπως έλεγε. Εσύ κατάλαβες πως έλεγε ψέματα, μα ο μπαμπάς και η μαμά σου τον πίστεψαν κι έτσι γίνατε όλοι λαθρομετανάστες. Χωρίς χαρτιά, χωρίς προϋποθέσεις, χωρίς προετοιμασία για ένα τόσο μακρινό ταξίδι. Μη σου ακούγεται περίεργο το λαθρομετανάστης. Κι εγώ υπήρξα κάποτε λαθρεπιβάτης. Η ελληνική γλώσσα, που εύχομαι σύντομα να μάθεις, δεν είναι πονηρή και πρόστυχη σαν τους μεγάλους. Γεννήθηκε πολύ πριν γεννηθούν αυτοί που την έκαναν ιδεολογία και θα συνεχίζει να ζει όταν όλοι αυτοί πεθάνουν.


     Μη με κοιτάς περίεργα που κλαίω. Σκέφτομαι τις ατέλειωτες μέρες που ταξίδεψες χωρίς τα παιχνίδια σου, με τα ποδαράκια σου να πονάνε από την κούραση ή στοιβαγμένος επάνω σε καρότσες φορτηγών, με κρύο και με ζέστη, μέσα από δάση και την έρημο. Νηστικός πολλές φορές και κουρασμένος, βρεγμένος ως το κόκκαλο και άπλυτος για μέρες. Πόσες φορές αποκοιμήθηκες στης μαμάς ή στου μπαμπά την αγκαλιά, κάτω από τα άστρα που σε πείσμα της αναίτιας φυγής άναβαν κάθε βράδυ για να σε νανουρίσουν! Πόσες φορές έκλαψες μαζί με τα αδέρφια σου, τον Χασάν και τη Λάιλα, γιατί θέλατε να γυρίσετε στο σπίτι...
     Άκουσα την καρδούλα σου να χτυπά γρήγορα όταν περνώντας από τη Συρία άκουσες ασταμάτητους πυροβολισμούς και αεροπλάνα να ρίχνουν βόμβες. Μπήκες στο καραβάνι κι είδες πρόσφυγες χιλιάδες που  έτρεχαν να σωθούν, παιδάκια ορφανά κι άλλα που είχαν χάσει το χέρι ή το πόδι τους. Θυμάμαι κοίταξες παράξενα την Ιζάρ, που δε σε έβλεπε γιατί είχε χάσει το φως της από τα θραύσματα μιας βόμβας και σε κατάλαβε μονάχα όταν την πήρες αγκαλιά. Θυμάσαι το χαμόγελό της; Για ένα τέτοιο παιδικό χαμόγελο ζω κάθε μέρα κι εγώ Ανουάρ. Για ένα τέτοιο χαμόγελο.
     Σε είδα να φτάνεις μπροστά στην απέραντη θάλασσα της Ελλάδας και ένιωσα τον τρόμο που ένιωσες όταν σε έβαλαν με το ζόρι μέσα σ’ εκείνη τη σάπια βάρκα για να περάσετε κρυφά απέναντι. Φοβήθηκα μην πάθεις τίποτα, μην πέσεις μέσα στο νερό μιας και δεν ήξερες κολύμπι. Δόξα τω Θεώ τα κατάφερες! Άλλα παιδάκια δεν μπόρεσαν να φτάσουν. Μη με ρωτάς που τα ξέρω όλα αυτά. Ήμουν μαζί σου από την ώρα που έφυγες με κλάματα από το σπίτι,  κι έκλαιγα κι εγώ μαζί σου. Μη με ρωτάς πως έγινε αυτό. Ο Θεός ξέρει.
     Κι όταν έφτασες μετά από δύο ολόκληρα χρόνια και τόσες περιπέτειες στην Ελλάδα μου, είδες και ένιωσες πράγματα που τα δικά μου παιδάκια δεν έχουν. Είδες εκείνες τις πολύ καλές κυρίες που σας χαμογέλασαν, σας μαγείρεψαν και σας έδωσαν ρούχα καθαρά από φιλότιμο κι αγάπη. Ήρθαν και τα παιδιά τους και σας έφεραν παιχνίδια να έχετε με τα αδέρφια σου να παίζετε. Είδες και τους άλλους, εκείνους με τις μπλούζες με τα μεγάλα γράμματα, που όλο έλεγαν πως νοιάζονται για σένα κι όλο σε κορόιδευαν και σε χρησιμοποιούσαν για να βγάλουν λεφτά. Είναι οι ίδιοι εκείνοι που έμαθαν τον μπαμπά σου να λέει ψέματα, να δηλώνει τρία – τέσσερα ονόματα και δυό – τρεις τόπους καταγωγής. Αυτοί οι άνθρωποι Ανουάρ είναι φίλοι με τον Λαθρέμπορο, δουλεύουν μαζί. Ξέρεις τι δουλειά κάνουν; Είναι δολοφόνοι πατρίδων, σαν εκείνους που πήγαν στη δική σου πατρίδα και την κατέστρεψαν. Δολοφόνοι που σκοτώνουν τα όνειρα και το μέλλον παιδιών σαν εσένα που ήρθες εδώ και παιδιών σαν αυτά που θα βρεις στη Σπάρτη.

     Και τώρα, εγώ κι εσύ θα ζήσουμε μαζί, κι ας μην ρώτησαν κανέναν απ’ τους δυό μας αν θέλουμε. Εδώ που τα λέμε βέβαια, εμείς μπορούμε να περάσουμε τέλεια! Για τους μεγάλους όμως, είναι γάμος με το ζόρι. Κι όταν το ζευγάρι δεν έχει πρώτα ερωτευθεί για να θυμάται στις δυσκολίες της ζωής το συναίσθημα εκείνο που τους έκανε να ενώσουν τις ζωές τους, είναι σίγουρο πως κάποια στιγμή θα χωρίσει...
   Δεν έπρεπε να φύγεις απ’ το σπίτι σου Ανουάρ. Κι αφού έκαναν το λάθος και σε πήραν, έπρεπε τουλάχιστον να σε πάνε σε μια χώρα διπλανή, εκεί που οι άνθρωποι ζουν με τον τρόπο που ζεις κι εσύ. Ο Λαθρέμπορος όμως και οι άλλοι με τις μπλούζες με τα μεγάλα γράμματα δε θα έβγαζαν αρκετά λεφτά, ούτε θα πετύχαιναν τη δουλειά που τους έβαλαν να κάνουν. Μη με ρωτήσεις ποιοι τους έβαλαν ή τι σκοπό έχουν. Είμαι μικρός όπως κι εσύ, δεν ξέρω να σου πω για τους μεγάλους. Σε έφεραν λοιπόν στη Σπάρτη, μα εδώ δεν είναι έτσι όπως θα περίμενες να είναι! Ο δικός μου κόσμος είναι τελείως διαφορετικός απ’ τον δικό σου. Δε μιλώ για εμάς τους δυό. Για τον κόσμο των μεγάλων μιλώ. 
   Δεν έχει νόημα όμως να μιλάμε γι όσα έγιναν. Με το παρελθόν δεν τα έβαλε κανείς κι όποιος το έκανε την ώρα του έχασε. Τώρα πρέπει να παλέψουμε για εμένα και για σένα. Μιας και είμαι μεγαλύτερος, θα σου μιλήσω πρώτα για μένα, πόσο βάρος πρέπει να σηκώσω εγώ για να τα καταφέρουμε.
    Πρέπει λοιπόν Ανουάρ να αποδείξω πως είμαι Ορθόδοξος Χριστιανός και σε αγαπάω όσο τον εαυτό μου. Πως νοιάζομαι για εσένα όσο και για τα παιδιά μου. Πως έχω τόσο ελληνικό φιλότιμο όσο λένε για μένα. Πως έχω υπομονή όσο οι πρόγονοί μου που έζησαν πολύ δύσκολα χρόνια και πως είμαι τόσο γενναίος όσο ο παππούς μου ο Λεωνίδας, εκείνος ο γίγαντας με το σπαθί, στο τέλος του δρόμου με τους φοίνικες! Πρέπει να συνηθίσω τον τρόπο που ζεις εσύ και όλοι όσοι ήρθατε παρέα, να ανεχτώ τις παραξενιές σου, να σεβαστώ τα αλλόκοτα για εμένα ήθη και τα έθιμά σου. Πρέπει ακόμα, κι αυτό ίσως είναι το πιο δύσκολο, να ανεχτώ την αδικία και τον ρατσισμό που γίνεται εις βάρος μου. Υπάρχουν αρκετοί συμπολίτες μου που δεν έχουν καθόλου χρήματα, ενώ στη δική σου οικογένεια δίνουν αρκετά κι ας μην δουλεύει ο μπαμπάς και η μαμά (αυτοί που σας έφεραν δε θα τους δώσουν δουλειά κι αν ποτέ τους δώσουν θα είναι για να τους εκμεταλλευτούν). Υπάρχουν γείτονές μου που ζουν σε πολύ χειρότερες συνθήκες από αυτές που ζεις εσύ στο ξενοδοχείο. Υπάρχουν γνωστοί μου που δεν έχουν γιατρό και φάρμακα, ενώ η δική σου οικογένεια έχει. Υπάρχουν Σπαρτιάτες που ντρέπονται να βγουν στο δρόμο γιατί χρωστάνε χρήματα σε άλλους Σπαρτιάτες, ενώ εσύ θα κυκλοφορείς άνετα στα φαρδιά πεζοδρόμια. Υπάρχουν ακόμα πολλοί που ζουν έξω από την πόλη και δε προσέχει κανείς το σπίτι και τα χωράφια τους, ενώ εσένα Ανουάρ θα σε φυλάνε συνέχεια να μη σε πειράξει κανείς.
  Έχεις κι εσύ βέβαια βάρος να σηκώσεις. Πρέπει να ανεχτείς τα βλοσυρά και ρατσιστικά βλέμματα κάποιων που δε σε θέλουν εδώ, να καταπιείς την πίκρα όταν ακούσεις τη μαμά του άλλου παιδιού που θα του πει να μη σε πλησιάσει. Θα χρειαστεί να εξηγήσεις σε ομοεθνή σου παιδιά - που οι γονείς τους ήρθαν επίσης παράνομα πριν χρόνια στην Ελλάδα - γιατί εσένα σε φροντίζουν κι εκείνα όχι. Πρέπει να σεβαστείς κι εσύ τα δικά μου ήθη και έθιμα, τον τρόπο που ελεύθερα διάλεξα να ζω και δε θέλω να χαλάσω. Πρέπει να καταφέρεις να ξεφύγεις απ’ το γκέτο – θα μάθεις τη λέξη όταν μεγαλώσεις – που θα φτιάξετε αργά ή γρήγορα οι οικογένειες που ήρθατε εδώ. Πρέπει πάση θυσία να πας σχολείο και να μορφωθείς (αν και όσοι σε έφεραν εδώ δεν έχουν κάνει τίποτα, ούτε πρόκειται να κάνουν για να σου βρουν δάσκαλο και σχολείο), να μάθεις την ιερή γλώσσα και την  ένδοξη ιστορία του τόπου που σε φιλοξενεί για να μπορέσεις να καταλάβεις στο πέρασμα του χρόνου το βρώμικο παιχνίδι που έπαιξαν μαζί μου και μαζί σου από τη μέρα που γεννήθηκες. Πρέπει ακόμα να μάθεις -  και να μη το ξεχάσεις ποτέ - να είσαι περήφανος που είσαι Ιρακινός και μιλάς την υπέροχη αραβική γλώσσα. Κι όταν μεγαλώσεις και γίνεις παλικάρι, να γυρίσεις στο χωριό σου και να φτιάξεις τη ζωή σου. Αυτή που κάποιοι σου έκλεψαν νωρίς.

   Μεγάλο το βάρος Ανουάρ και για τους δυό μας, πολύ μεγάλο. Η ζωή είναι άδικη, αλλά μη στεναχωριέσαι. Κι εμένα με αδίκησαν, με κορόιδεψαν άνθρωποι που έλεγαν πως είναι φίλοι μου, με συκοφάντησαν και είπαν ψέματα για μένα. Αλλά άντεξα όπως άντεξες κι εσύ να φτάσεις ως εδώ - ήρωας αληθινός! - κι ας ήθελαν αυτοί που σε οδήγησαν να μη τα καταφέρεις για να εμπορευτούν ακόμα και την απώλειά σου! Ο Θεός μου, που θα γεννηθεί σε λίγες ημέρες, ήταν κι Αυτός κυνηγημένος από κούνια, πρόσφυγας στα δυό Του χρόνια. Αν ακούσεις τις καμπάνες να χτυπάνε χαρούμενα στις 25 του Δεκέμβρη, είναι που θα γεννιέται Εκείνος. Η Αλήθεια και το Φως, η Ελευθερία και η Ελπίδα.
    Έχεις όνειρο να γίνεις ποδοσφαιριστής και πιλότος σαν τον Θεόδωρό μου! Το ξέρω και θα κάνω ότι χρειάζεται για να γίνει αληθινό! Θα έρθω στα κρυφά - χωρίς κάμερες και μπλούζες με μεγάλα γράμματα - όπως έχω κάνει και άλλες φορές σε άλλες περιπτώσεις, θα σου χαμογελάσω και θα σου πω πως όλα θα πάνε καλά. Όσα μοιάζουν αδύνατα για τους ανθρώπους, είναι δυνατά για τον Θεό. Θα έρθω μαζί με την σύζυγο και τα παιδιά μας, που τα διδάσκουμε – όπως μας δίδαξαν κι εμάς οι γονείς μας - να σε αγαπήσουν, ελπίζοντας πως και ο μπαμπάς σου θα κάνει το ίδιο. Η αδερφή μου, που είναι κι αυτή μικρή σαν εσένα κι ας φαίνεται μεγάλη, φροντίζει να πηγαίνει σχολείο ένας φίλος σου που βρέθηκε στη Λάρισα, ενώ ο αδερφός μου στην Αθήνα στέλνει πράγματα στους φίλους σου που έμειναν πίσω και ευτυχώς δεν ταξίδεψαν.
   Τώρα που θα χωριστούμε, να μην κλάψεις ξανά! Ο κόσμος των μεγάλων είναι παράξενος, γι’ αυτό όταν μεγαλώσεις κοίτα να μείνεις μικρός! Να θυμάσαι για πάντα αυτό που θα σου πω τώρα: Να εμπιστεύεσαι μονάχα τον Θεό, γιατί είναι ο Μόνος που δε θα σε προδώσει ποτέ! Δε θα σε ξεχάσω, θα έρχομαι όσο πιο συχνά μπορώ και θα σου λέω κι ένα τραγούδι που έγραψα πριν χρόνια. Το ρεφρέν πάει κάπως έτσι: «Άγγελέ μου φύλαξέ μου, όσα ελπίζω κι όσα ζω»… 

Ευάγγελος Θεοδώρου

Τρίτη 9 Απριλίου 2019

Μυσταγωγία



Συνάθροιση πανάρχαιων εορταστών, που μετουσιώνουν τη γιορτή ενός αποκεφαλισμένου Αγίου σε χαρά κόντρα κι απέναντι στον θάνατο.

Χέρια, που ενώνουν κορμιά το ένα δίπλα στ’ άλλο και φέρνουν ένα γύρω τη ζωή, που όλο κύκλους κάνει κι όλο ίσια προχωρά.

Δάχτυλα, που ακουμπούν τις χορδές του ικαριώτικου βιολιού και στέλνουν πρώτη μια Re ψηλή πάνω απ’ την θάλασσα στο συναπάντημα του ήλιου.

Ρυθμός, που μέσα σ’ έκσταση ελευθερώνει το κορμί απ’ τη βαρύτητά του.

Δάκρυα, που τρέχουν ποτάμι στην πλάτη αφού δεν βρήκαν διέξοδο να βγουν από τα μάτια.

Ορθάνοιχτα βλέφαρα που περιμένουν την επιβεβαίωση πως ο ήλιος χθες δεν έδυσε, μα βασίλευε ολονυχτίς μέχρι να ξανανατείλει.


Μυσταγωγία. Αυτό προσέφερε στην ανθρωπότητα η Ελλάδα. Μήτε φιλοσοφία, μήτε γράμματα, μήτε μαθηματικά. Μόνο μυσταγωγία στεφανωμένη μ’ αιωνιότητα∙ δασκάλα που δίδαξε στον άνθρωπο τον τρόπο να πετάξει.

Τρίτη 26 Μαρτίου 2019

Προσμονή



Κι αν δεν συνομιλούσαν τα πνεύματα με τους ανθρώπους κάθε είκοσι πέντε του Μάρτη, ποια άνωση θα κρατούσε το κεφάλι μας πάνω από το νερό;
Οι μήνες Της, εννιά εις τον κύβο δικές μου στιγμές∙ προσμονής του Επαναστάτη και Άναρχου – με δικαίωμα φυσικό – και Ασυμβίβαστου καθολικά.
Μονάχα όποιος νυχτώθηκε μονάχος του σε ερημιά μπορεί να υποδεχθεί την ανατολή όπως της πρέπει. Να νιώσει με τα ακροδάχτυλα των αισθήσεων το ρίγος της Πάναγνης που περπάτησε τη γη με τον «ήλιο στην κοιλιά».
Η προσμονή Του είναι που με τράβηξε να κολυμπήσω με ορμή μακριά απ’ τις συμπληγάδες. Κι έχει δρόμο ακόμα μέχρι την Ιθάκη.