Τρίτη 14 Ιανουαρίου 2014

Ρωτάς τι είναι ο γάμος;



           Γάμος είναι η νοηματοδότηση των συναισθημάτων, το φινίρισμα στην τέχνη της ζωής, η συνάντηση – στο μέτρο που του πρέπει – με το Θεό σε χρόνο καθημερινό, της στιγμής, ενεστώτα που λέμε κατά το δικό μας μέτρημα. Κι έχει σκοπό το διάλεγμα των λέξεων. Λέω φινίρισμα λόγου χάρη κι εννοώ τη συζυγική βιωτή όπου ο άντρας δεν είναι παντρεμένος αλλά νυμφίος, η γυναίκα δεν πήρε άντρα αλλά υπ-ανδρεύτηκε. Αυτό θα πει φινίρισμα. Αβρά πράγματα, ρωμαίικα. Ειδάλλως είναι τσουβάλι στο σορό.  


         Στο ζύγι κρίνεται ο γάμος. Αν βαραίνει έχει καλώς. Αν δεν βαραίνει δηλώνει αποτυχία σε κολύμπι ανάποδο. Γιατί ο γάμος δεν είναι τσαλαβούτημα στο ρεύμα του ποταμού αλλά κολύμπι κόντρα του, μέχρι το τέλος εκεί που ‘ναι η πηγή του…


Ευάγγελος Θεοδώρου

Κυριακή 12 Ιανουαρίου 2014

Κοιτώντας από χαμηλά



       Εξαρτάται πάντοτε από τον θεατή ο τρόπος που βλέπει και αντιλαμβάνεται τον κόσμο γύρω του. Ο κόσμος των υπαρκτών μπορεί να φαντάζει στα μάτια του ανθρώπου άλλοτε κόσμος – κόσμημα, κι άλλοτε εχθρός που πολεμάει την ίδια τη ζωή του. Κι είναι οι καταβολές εκείνες του ανθρώπου που ορίζουν σε μεγάλο βαθμό τον τρόπο της μετοχής του στο γίγνεσθαι του κόσμου μα και στον τρόπο που κοιτάζει την κτίση, τον καιρό του και τους συνανθρώπους του. Στα χρόνια της πιο βαθιάς και πιο πλατιάς κρίσης που γνώρισε ο ελληνικός κόσμος, ξάφνου βρεθήκαμε στο υπόγειο να κοιτάμε τον κόσμο από χαμηλά. Άραγε μας κόψαν τα φτερά ή με λάθος τρόπο μάθανε τα μάτια να κοιτούνε;
         Ο ελληνικός κόσμος στο διάβα της μακραίωνης ιστορίας του γνώρισε ασφαλώς και τις δύο εκδοχές, οικονομική άνθιση και μαρασμό. Με ένα παράξενο όμως τρόπο εξακολουθούσε να κοιτά παρόμοια τον κόσμο. Κι αυτό, γιατί απαντούσε στα κυρίαρχα ερωτήματα για τη ζωή και το θάνατο, για τη χαρά και τη λύπη, για την αγάπη και τη φιλία, για τη φτώχεια και τον πλούτο, κάπως αλλιώς από ότι μάθαμε σήμερα εμείς να απαντούμε.
     Σπεύδω να πω, πως πάντοτε στις κοινωνίες μας αποτυπώνονταν οικονομικές ανισότητες στη διαστρωμάτωση του πληθυσμού, με εξαίρεση ίσως την Λυκούργεια Σπαρτιατική κοινωνία ή της μοναστικές κοινότητες του χριστιανικού κόσμου. Παρόλα αυτά, η φτώχεια γεννούσε επανάσταση μα δε γεννούσε μίσος. Η φτώχεια γεννούσε θλίψη μα είχε δίδυμη αδερφή τη χαρά. Η φτώχεια γινόταν ευκαιρία συνάντησης με τον αδερφό, φίλιωνε τις έχθριτες, γειτόνευε τις διαφορές, τα χωρισμένα τα ‘φερνε μαζί να περπατούνε.
         Αν ακούσει κανείς τραγούδια περασμένων δεκαετιών θα διαπιστώσει πως κάπως αλλιώς αντιμετώπιζε ο κόσμος την έλλειψη χρημάτων. Η απουσία τους δεν περιόριζε την μετοχή στη χαρά, δεν προσδιόριζε το μέτρο της αγάπης, δεν απαγόρευε την δημιουργία. Ο καλλιτέχνης που σκάρωσε τα στιχάκια στο περίφημο τραγούδι «Το τραμ το τελευταίο» μας χάρισε μια φωτογραφία ανεκτίμητη. Φτώχεια μεγάλη πράγματι εκείνα τα χρόνια, η απόσταση αυτών με το τραμ κι αυτών με τις «ταξάρες» μεγάλη. Κι όμως, η φτώχεια έκανε τέχνη, σάρκαζε με στίχους την εποχή, κοιτούσε από κάτω προς τα πάνω όχι με οργή αλλά με χαμόγελο, όχι με απαισιοδοξία αλλά με ψυχαγωγία. Και το δάκρυ μπλεκόταν με το γέλιο κι όλο μαζί έκανε τις σχέσεις των ανθρώπων να κοινωνούνται στα τραγούδια, στις εκδρομές, στις βόλτες, στα λίγα που μοιράζονταν όλοι...
         Αν επιχειρήσουμε μια συνολική θέαση του πολιτισμού - όπου πολιτισμός είναι ο κυρίαρχος τρόπος του βίου μιας κοινωνίας - στο διάβα της ελληνικής ιστορίας, θα διαπιστώσουμε πως σε τίποτε δεν υστέρησαν δημιουργικά εποχές πραγματικής φτώχειας και εξαθλίωσης. Γράφει ο Οδυσσέας Ελύτης «… ακόμη και κάτω από τις πιο δυσμενείς και βάναυσες συνθήκες, όπως ο δικός μας λαός στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, όπου το παραμικρό κεντητό πουκάμισο, το πιο φτηνό βαρκάκι, το πιο ταπεινό εκκλησάκι, το τέμπλο, το κιούπι το χράμι όλα τους αποπνέανε μιαν αρχοντιά κατά τι ανώτερη των Λουδοβίκων…» (Τα Δημόσια και τα Ιδιωτικά, Εκδόσεις Ίκαρος, 1990)


      Η φτώχεια αντίθετα σήμερα γεννά ρατσισμό, φθόνο, φονικά, κλοπές, μίση, διαφορές ανυπέρβλητες, αποστάσεις αγεφύρωτες, σκοτάδια δίχως φως τριγύρω να φωτίζει. Όταν ρωτώ γιατί, καταλήγω στην ίδια απλή απάντηση. Μας λείπει ο Θεός. Δεν εκβιάζω αβίαστα συμπεράσματα, ούτε αναζητώ εύκολες και γενικόλογες απαντήσεις. Μοναχά περιδιαβαίνω γρήγορα την ιστορία της ανθρωπότητας και ρίχνω μια ματιά στα περασμένα. Καμία κοινωνία, κανένας πολιτισμός, κανένα πρόσωπο δεν ξεπέρασε τον υπαρκτικό τον περιορισμό χωρίς την μεταφυσική συνάντηση του με το Θεό. Χωρίς Θεό από όπου και να κοιτάξει κανείς, το τέλος δείχνει κοντινό. Στα χρόνια που ολάκερη η κοινωνία κοιτάει από χαμηλά η αποφυγή του τέλους μπορεί να έχει μόνο μεταφυσικές προσδοκίες…

Ευάγγελος Θεοδώρου
Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Όσιος Νίκων, Ιαν-Φεβ-Μαρ, 2013

Δευτέρα 6 Ιανουαρίου 2014

Ξένιος λόγος



Ποιοι είναι οι ποιητές παππού;

Είναι άνθρωποι...
Άνθρωποι που έχουν ζήσει, έχουν πεθάνει και έχουν αναστηθεί
πολλές φορές.
Είναι άνθρωποι που αγάπησαν χωρίς όρια,
άνθρωποι που έφτασαν στο θάνατο και δεν τον άφησαν να τους αγγίξει.
Που γνώρισαν τη τρέλα αλλά δεν τη κράτησαν.
Είναι άνθρωποι που γνωρίζουν τι σημαίνει πόνος,
τον βίωσαν,
τον έχουν κάνει φίλο.

Όμως είναι και αυτοί που θυμούνται...
που κορφολογούν τις όμορφες στιγμές που έχουν περάσει
και τις δίνουν σε εμάς,
να μας δείξουν πως η ζωή είναι ωραία,
πως ο άνθρωπος είναι μέσα στη ποίηση
και η ποίηση είναι μέσα στον άνθρωπο.
Είναι άνθρωποι που αγαπούν, παρ όλα όσα έχουν περάσει.
Αυτοί είναι οι ποιητές.

Είναι εκείνοι που ομορφαίνουν μια καταστροφή,
που βάζουν σε λόγια την ομορφιά των λουλουδιών
και του ηλιοβασιλέματος
για να μπορέσουμε και εμείς οι υπόλοιποι να τα καταλάβουμε,
να μπορέσουμε να τα δούμε με τα δικά τους μάτια
που βλέπουν πέρα από τα δικά μας.
Αυτοί είναι οι ποιητές.


Είναι άνθρωποι που φυτεύουν εικόνες στις καρδιές,
Άνθρωποι που δένουν τον άνεμο με τον ήλιο
το μίσος με την αγάπη
την καταστροφή με την ευεργεσία
το λάθος με το σωστό.
Απογοητεύονται,
αλλά ποτέ δεν τα παρατούν.
Αυτοί είναι οι ποιητές.


Λακωνικός

Τρίτη 31 Δεκεμβρίου 2013

Στη συνάντηση με τη σιωπή




Επέλεξα σήμερα στη χαραυγή του νέου έτους, να ευχηθώ ευχή παράξενη και δύσκολη αναρτώντας το παρακάτω άρθρο. Δεν το κάνω για λόγους διαφορετικότητας, αλλά ιχνεύοντας εκείνο το θαύμα που μπορεί να γεννήσει ένα καλύτερο νέο έτος...


         Πήρα ένα σάκο στον ώμο κουβαλώντας νερό, φωτογραφική μηχανή, κάμερα και τράβηξα ίσα στην έρημο. Χώμα και πέτρες έδιναν φτωχό θέμα στις καλλιτεχνικές μου ανησυχίες μα δεν πτοήθηκα. Πήγαινα στον τόπο της σιωπής. Μου ‘πε κάποιος πως σε ‘κείνο τον τόπο η σιωπή ακούγεται και κίνησα να τον βρω.
         Όχι πολύ σύντομα, στ’ αριστερά μου, διέκρινα ένα σωρό από βράχια. Το ένα αγκαλιά με τ' άλλο δημιουργούσαν μια μικρή σπηλιά. Έβγαλα τη φωτογραφική μηχανή και τράβηξα μερικές φωτογραφίες. Πήρα και μερικά πλάνα με την κάμερα. Πλησιάζοντας, ένα αλλόκοτο συναίσθημα έλουσε ολόκληρη την ύπαρξή μου. Βρήκα τόπο και στάθηκα να ακούσω. Τίποτα, απόλυτη ησυχία. Πρώτη φορά στη ζωή μου βρέθηκα σε τόπο ανοιχτό όπου δεν ακουγόταν τίποτα. Φευγαλέα πέρασε η σκέψη να ηχογραφήσω, μα τι; Ακούμπησα στο χώμα το σάκο, κάθισα κατάχαμα και περίμενα. Δεν ξέρω τι, μα περίμενα. Κάμποση ώρα μετά άρχισα να συλλογιέμαι…


         «Καιρός του σιγάν και καιρός του λαλείν» (Εκκλ. γ΄ 7). Σε ένα σύντομο έλεγχο βρήκα τον εαυτό μου να μιλά ακατάσχετα, να αργολογώ και να φλυαρώ χωρίς αντικείμενο, να σκέφτομαι ο,τιδήποτε χωρίς έλεγχο, να συζητώ αδιάκοπα με τον εαυτό μου χωρίς αποτέλεσμα.  Βομβαρδισμένος καθημερινώς από ήχους, θορύβους, φωνές, τραγούδια και σκέψεις αναρωτήθηκα αν έδωσα έστω μια φορά στον εαυτό μου την ιερή ευκαιρία της σιγής. Αν έστω μια φορά πήρα το δύσκολο και ίσως επικίνδυνο δρόμο της σιωπής, για να ακούσω. Κάποιος μου ‘χε πει πως τα πιο μεγάλα όνειρα, οι πιο σπουδαίες ιδέες, τα πιο όμορφα λόγια, τα πιο ειλικρινή συναισθήματα, το δάκρυ και το χαμόγελο γεννιούνται στη σιωπή.
         Σιωπή είναι η αναρρίχηση πάνω από το χάος της ανθρώπινης ύπαρξης που κοιτά κατάματα τον άνθρωπο όταν τα πάντα γύρω του και εντός του σιγήσουν. «Καιρός του σιγάν» λοιπόν… Αλλοίμονο, είκοσι εννιά χρόνια πατώ τη γη, καιρό τέτοιο δεν έζησα. «Τα λίγα λόγια ζάχαρη και τα καθόλου μέλι» έλεγε ο κάποτε θυμόσοφος λαός μας. Κι εγώ, το μέλι αυτό δε το γεύτηκα ποτέ; Αλλοίμονο…
         Η σιωπή προαπαιτεί ταπείνωση, έξοδο από το εγώ. Σιωπή σημαίνει πως παραχωρώ στο Θεό, στον συνάνθρωπό μου, στον ίδιο μου τον εαυτό την ευκαιρία να μου μιλήσει. Όχι περιστασιακά ή χάριν προσχηματικής ευγένειας, αλλά ουσιαστικά. Εκχωρώντας το πολύπαθο και επικίνδυνο «δικαίωμα μου» να έχω γνώμη για όλα, να μπορώ να μιλήσω για όλα, να μπορώ να διαφωνήσω με τα πάντα απαιτώντας να με ακούσει ο συνομιλητής μου με το ζόρι, γιατί έτσι θέλω. Οι παλαιότεροι έλεγαν πως ο Θεός μας έδωσε δύο αυτιά κι ένα στόμα και μάλιστα στο στόμα έβαλε μπροστά και δυο φραγμούς, τα χείλη και τα δόντια. Ούτε την ίδια τη μορφολογία μας δε σεβαστήκαμε κι έτσι καταντήσαμε μια κοινωνία που όλοι μιλάνε μα τίποτα δε λένε, που όλοι προτείνουν και τίποτα δεν γίνεται,  που όλοι συζητούν μα δεν συνεννοούνται, που παντού και πάντα πρέπει κάποιος κάτι να πει κι ας είναι και ανούσιο, χάριν της συζήτησης, χάριν της παρέας, έτσι για να περνά η ώρα…
         Κι από την άλλη μια ολάκερη ζωή φτιαγμένη έτσι ώστε ο άνθρωπος ποτέ να μην ησυχάζει ποτέ, να μη βρίσκει ευκαιρία να συναντήσει τον εαυτό του, να μην μπορεί να βιώσει ούτε καν το ενδεχόμενο της ησυχίας ισορροπώντας την πολύβουη και ανέμελη ζωή του. Μια απλή παρατήρηση μας πείθει πως ο σύγχρονος άνθρωπος συστηματικά προσπαθεί να κρυφτεί από τον έλεγχο της σιωπής με κάθε τρόπο. Η ανάγκη της συνομιλίας δημιούργησε το κινητό που έγινε η προέκταση του χεριού και του αυτιού μας, το ραδιόφωνο παλαιότερα -τις ψηφιακές συσκευές σήμερα- που βρίσκονται παντού, την τηλεόραση που μας συντροφεύει ακόμα και στον ύπνο μας. Φεύγουμε στο χωριό ή διακοπές για να ησυχάσουμε και τελικά μένουμε ανήσυχοι…
         Υπάρχει, ευτυχώς, και ο άλλος δρόμος, ο δύσκολος μα διδακτικός δρόμος της σιωπής. Εκεί που τα μάτια δακρύζουν κατανοώντας το πάροικο της γήινης ύπαρξής μας, η προσευχή ζωντανεύει την σχέση με το Θεό, η αγάπη εκδηλώνεται και αξιολογείται στο επίπεδο της κοινωνίας της, η ελευθερία μετράται υπαρκτικά κι όχι με πολιτικά ή κοινωνιολογικά μέτρα, η γνώση αυξάνεται ως ποικιλότροπη προσφορά, η συνείδηση τίθεται σε λειτουργία ελέγχοντας τις πράξεις και τα λόγια μας, η κριτική ικανότητα αναβαθμίζεται χάριν της διάκρισης των ποιοτήτων, ο έλεγχος του σώματος γίνεται ακριβέστερος με στόχο την υγεία του, η συγκέντρωση (αντίθετο της διασκέδασης) του νου φανερώνει τον εντός ημών άνθρωπο.
         Γνωρίζω κάποιον που ποτέ δεν συζήτησα μαζί του, που δεν τον άκουσα ποτέ να φλυαρεί, που ποτέ δεν απαίτησε να πει ή να επιβάλει τη γνώμη του και την άποψη του, κι όμως η σιωπή του ήταν διδακτική ίσα με μια βιβλιοθήκη. Στη σιωπή φανερώνει ο άνθρωπος τις αρετές του και στα λίγα λόγια τις κοινωνεί, στο ήσυχο του βίου του διδάσκει, στο βλέμμα του ελέγχει, στην μυστική προσευχή του αγαπά.
         Στα χρόνια των διαδηλώσεων, της γνώμης που πρέπει να ακουστεί, της άποψης που όλοι πρέπει να διατυπώσουν, των συνθημάτων που όλοι φωνάζουν, η σιωπή είναι ο άλλος δρόμος. Δεν είναι ο μοναδικός, αλλά αυτός που θα ισορροπήσει την φλυαρούσα ζωή μας. Στην ησυχία του δωματίου μας ας σταθούμε σε μια γωνιά, ας κλείσουμε τα μάτια να ακούσουμε τη σιωπή να μας διδάσκει. Τούτη η σιωπή δεν επιτυγχάνεται με τεχνικές ανατολικών θρησκειών και ασφαλώς δεν έχει καμία απολύτως σχέση με τη χαλάρωση και το relax του δυτικού κόσμου. Είναι μια στροφή προς τον εντός ημών άνθρωπο σε μια συνάντηση που ίσως αποτελέσει το σταυροδρόμι που ποτέ δεν περάσαμε, τα λόγια που ποτέ δεν ακούσαμε, το παραμύθι που δεν μας διηγήθηκε κανείς, τους στίχους που δεν έγιναν τραγούδι. Μέσα σ’ αυτή τη σιωπή σαν κάτι να βουίζει…
        
Ευάγγελος Θεοδώρου
δημοσιεύτηκε στο apela.gr, 29.10.2012

  

Τρίτη 24 Δεκεμβρίου 2013

Εμπρός στη Γέννα σου



Πέρασαν χρόνια
μικρό παιδί ήμουν κοντά στα δύο
μα θυμάμαι
εμπρός στη Γέννα σου
την ίδια εικόνα όπως και τώρα να κοιτάζω.
Πάμφτωχος, Απέριττος, Διακριτικός, Ταπεινός
στον ερχομό Σου να σ’ αγκαλιάζει αχυρένιο παχνί
Εσένα που αγκαλιάζεις τους ουρανούς
να σε γεννάει μάνα
Εσένα που «είπες και εγεννήθησαν».
Κάθε χρόνο, τριάντα κοντολογίς
Δεκέμβρη μήνα μέσα στο καταχείμωνο
την ίδια εικόνα αντικρίζω.
Εσύ, Θεός ολάκερος όχι αστεία,
μένεις ίδιος.
Κάθε που χειμωνιάζει έρχεσαι ξανά
Πάμφτωχος, Απέριττος, Διακριτικός, Ταπεινός
γεμάτος αγάπη ανυπόκριτη.
Και δεν είμαι μόνο εγώ,
δυο χιλιάδες χρόνια τώρα τόσοι ανθρώποι σε κοιτούν
δυο χιλιάδες χρόνια κάθε που χειμωνιάζει γεννιέσαι ξανά
σαβανωμένος μες στη φάτνη
σαν δείχνουν και τα εικονίσματα
να μπλεχτείς σε τούτη την περιπέτεια που βλέπει Γολγοθά.


Κι εμείς, α καλά εμείς…
φτιασιδωμένοι, αδιάκριτοι, εγωιστές
γεμάτοι αγάπη υποκριτική και υστερόβουλη
μπλεγμένοι στα δικά μας.
Κάθε που έρχεσαι
πιο χαμηλά μας βρίσκεις.
Γιορτάζουμε βέβαια Χριστούγεννα αλλά χωρίς Εσένα
μας μπερδεύεις με τον ερχομό Σου
έτσι Πάμφτωχος, Απέριττος, Διακριτικός, Ταπεινός που είσαι
γεμάτος αγάπη ανυπόκριτη…

Να ‘χα την τύχη εφέτος
να σε κοιτώ και να ξέρω πως πράγματι σου μοιάζω
λίγο, έστω τόσο λίγο
Θεό έκρυψες μέσα μου
το ξέρω
μα πάλι ξέρω δεν είναι τύχη
είμαι εγώ που δεν τολμώ να αλλάξω
που δεν τολμώ να με κοιτάξω στα μάτια.
Κάθε στη Γέννα σου με κοιτάζεις Εσύ
κάθε μέρα με κοιτάζεις…


Ευάγγελος Θεοδώρου
δημοσιεύτηκε στο antirisis.wordpress, 25.12.2012

Παρασκευή 20 Δεκεμβρίου 2013

Κοινά και αμέριστα



         Στην εγωπάθεια της ανελέητης κατοχής πραγμάτων που ζει η καταδικασμένη σε θάνατο κοινωνία μας, έρχονται στιγμές που γεγονότα σαν αυτό των Χριστουγέννων προκαλούν με τρόπο ενοχλητικό την αδιάφορη ζωή μας. Στα χρόνια του έχω και του κατέχω, του αποκτώ και αποθηκεύω, του αγοράζω και πολλαπλασιάζω, γιορτές σαν τούτη την αλλόκοτη Γέννα κάνουν τη σκέψη να σκοντάφτει.
         «Τα τη φύσει καλά, ων άνευ το ζειν μιαρόν, κοινά και αμέριστα». Εκείνα δηλαδή που από τη φύση τους είναι καλά, που χωρίς αυτά η ζωή είναι άθλια, είναι κοινά και αμέριστα. Από τη φύση της λοιπόν είναι καλή η γιορτή της Γέννας του Θεού, κοινή και αμέριστη. Ούτε να την αγοράσει μπορεί κανείς ούτε να την μοιράσει. Σαν αποφάσισε ο άνθρωπος πως έστω και ένα τόσο δα κομματάκι από αυτά που προσφέρει η φύση του ανήκει, η ανθρωπότητα μπήκε στο τέλμα της διεκδίκησης και της υπεράσπισης όσων έχουμε ή θέλουμε να αποκτήσουμε. 


        Κοινή και αμέριστη όμως είναι ετούτη η γιορτή - όπως η κάθε γιορτή - για να την βιώσουμε και να τη ζήσουμε πέραν και έξω από την ιδιοτέλεια που μας χαρακτηρίζει. Κι αν λίγο στρέψουμε το βλέμμα μας μακριά από στολίδια, δώρα και διασκεδάσεις θα αντικρίσουμε έναν Θεό να ζυγώνει κάπως αλλόκοτος. Πιάσαμε να γιορτάζουμε Χριστούγεννα χωρίς τον Οικοδεσπότη γιατί μάλλον μας προκαλεί με την παρουσία Του. Εμείς εδώ κάτω παλεύουμε να πάρουμε το πιο ωραίο δώρο, να κάνουμε την πιο έξυπνη αγορά, να διασκεδάσουμε όσο περισσότερο γίνεται για να ξεχαστούμε, να φάμε τη νύχτα που ξημερώνει Χριστούγεννα στα ρεβεγιόν της μελαγχολίας και της ντάμας καρό. Που καιρός για πάμφτωχους, ταπεινούς και κυνηγημένους από κούνια Θεούς.
         Μας ενοχλεί που δεν μας ανήκει ίσως, που δεν είναι δικός μας, που δεν μπορούμε να οικειοποιηθούμε την Γέννα Του για να ταΐσουμε το φαύλο εγωισμό μας και να Τον εκμεταλλευτούμε εμπορικά. Τα πάντα λογαριάζονται σε σχέση με τα χρήματα, σε σχέση με τα κόμματα, σε σχέση με τις γνωριμίες και τις διασυνδέσεις μας, σε σχέση με την άσχετη από ποιότητες ζωή μας. Και έτσι Τον αντικαταστήσαμε, πετάξαμε Τον Εορτάζοντα απ’ έξω και κλειδώσαμε την πόρτα. Αφού δεν μας ανήκει γιατί να Τον υποδεχτούμε; Άσε που μας χαλάει την αισθητική έτσι φτωχός, σχεδόν ζητιάνος που ήρθε.
         Κι όμως, κοτζάμ Θεός επιμένει να έρχεται κάθε χρόνο. Σε τούτη τη γιορτή, που χωρίς αυτή η ζωή μας είναι και παραμένει άθλια, έρχεται να μοιραστεί τη χαρά με όλους εμάς που μοιράσαμε τα πάντα όπως κάναμε αργότερα με τα ιμάτια Του. Και πράγματι, τι νόημα έχει η ζωή χωρίς τη γιορτή; Τι νόημα έχει ένας χρόνος, τα χρόνια όλα μιας ζωής αν δε γιορτάσουμε πραγματικά; Γιορτή δεν γίνεται χωρίς κάποιον να γιορτάζει όπως και γάμος δεν γίνεται χωρίς γαμπρό και νύφη. Κι αν κάνω λάθος ας ρίξουμε μια ματιά στον κόσμο γύρω μας να δούμε με τι μοιάζει. Θυμίζει άραγε περβόλι γιορτινό ή βάλτο γεμάτο με βρωμιά;

         «Τι να την κάνω τη ζωή μου,
         στο παραμύθι θα τη ρίξω να πνιγεί
         να παραμυθιαστεί η ψυχή μου
         να σε πιστέψει πάλι από την αρχή»
         Εσένα μεγάλε επισκέπτη
         που έκανες τον κόπο να έρθεις ξανά.
         Δίχως τη Γέννα Σου
         κοινή και αμέριστη σε όλους να χαρίζεις
         ξέρω πως είναι άθλια
         και δεν τη θέλω τη ζωή μου.
         Όπως κι αν είμαι, ότι κι αν έχω
         ήρθες και για μένα
         όσο ήρθες για τους άλλους
         ότι κι αν σκέφτομαι, ότι κι αν κάνω
         ήρθες και για μένα
         όσο ήρθες και για όλους…


Ευάγγελος Θεοδώρου
δημοσιεύτηκε στο apela.gr, 24.12.2012

Κυριακή 15 Δεκεμβρίου 2013

Λέτε να κάνουμε ξανά Χριστούγεννα εφέτος;



          Πρέπει να ανατρέξω πίσω στο χρόνο, πιθανότατα τη δεκαετία του 80’ και ίσως αρχές της δεκαετίας του 90’ για να θυμηθώ γιορτές που να μοιάζουν κάπως με τις φετινές. Πιθανότατα είναι η μυρωδιά από τα μελομακάρονα που γαργαλίζει τη μύτη μου σε κάθε γειτονιά όπου περάσω. Τα προηγούμενα χρόνια λίγοι έκαναν τον κόπο. Οι περισσότεροι τα έπαιρναν συσκευασμένα από το super market της γειτονιάς.
         Ανήκω στην μερίδα εκείνη των ανθρώπων που πιστεύει πως η κρίση αυτή (ξεχωρίζοντας τις παραμέτρους που αφορούν αυτούς που πρόδωσαν την πατρίδα και τα όνειρά μας) είναι μεγάλη ευλογία για τον τόπο και τους ανθρώπους του. Πριν από δύο χρόνια που η οικονομική κρίση δεν είχε ακουμπήσει ακόμα τις τσέπες μας, λίγοι αντιλαμβάνονταν το μέγεθος της άλλης κρίσης που συντάραζε συθέμελα ολόκληρη την κοινωνία μας και είχε πλέον φτάσει στο βαθύτερο σημείο της.
         Α-Χριστούγεννα (ας μου επιτραπεί η αδόκιμη ορολογία). Τέτοιες ήταν οι γιορτές που περνούσαμε τα τελευταία δεκαπέντε - είκοσι χρόνια. Το ενδιαφέρον όλων μας μονοπωλούσαν οι αγορές, τα λαμπιόνια, τα ογκώδη χριστουγεννιάτικα δέντρα, η κάθε είδους σπατάλη και υπερκατανάλωση, η διασκέδαση, η ανταλλαγή ευχών «για το καλό». Διάβασα κάπου τον πιο εύστοχο ορισμό των γιορτών, όπως τουλάχιστον τις ζούσαμε μέχρι σήμερα: «Χριστούγεννα στα Sprider, Χριστούγεννα στα Jumbo, Χριστούγεννα στο IKEA, Χριστούγεννα στα Careffour, Χριστούγεννα στο The Mall, Χριστούγεννα εδώ, Χριστούγεννα εκεί, Χριστούγεννα παραπέρα... Χριστούγεννα των πολυεθνικών, Χριστούγεννα των εμπορικών, Χριστούγεννα των αγορών…» Η μήπως δεν είναι έτσι;


         Πόσοι από εμάς φτιάξαμε τα μελομακάρονα στο σπίτι μας; Πόσοι ξυπνήσαμε το πρωί των Χριστουγέννων να πάμε στην εκκλησία όταν η γιορτή είναι από τη φύση της και αμιγώς εκκλησιαστική; Χριστού Γέννα και εμείς απόντες… Απόντες από τα Χριστούγεννα των διηγημάτων του Παπαδιαμάντη και του Κόντογλου, από τα παραμύθια της γιαγιάς, από τα σχολικά διηγήματα για καλικάτζαρους, από τις μυρωδιές του σπιτιού που τόσο μας έλειψαν, από τα παραδοσιακά κάλαντα που τραγουδούν την Άγια Νύχτα και μετατράπηκαν σε φάλτσα μελωδία που βγαίνει από τα φωτάκια που αναβοσβήνουν. Απόντες από τους συνανθρώπους μας είτε πάσχοντες από οικονομική ανέχεια, είτε συμπάσχοντες από πνευματική. Κι ύστερα αναρωτιόμαστε γιατί χάθηκε εκείνη η «μαγεία» των Χριστουγέννων που οι μεγαλύτεροι τη ζήσαμε, τη θυμόμαστε και δεν είναι ουτοπία.
         Ποια «μαγεία» μπορεί να έχει μια γιορτή όταν στην τέλεση της δεν είμαστε εκεί; Ξέρετε κανέναν να διασκέδασε σε γάμο περνώντας έξω από την εκκλησία, κοιτώντας το γλέντι από το παράθυρο ή τρώγοντας γλυκά που κάποιος του τα έστειλε;  Πόση αξία έχουν τα «Χρόνια Πολλά» όταν δεν είμαστε συνεορτάζοντες στο γεγονός; Χάσαμε το δρόμο μας, προσωπικά και σαν κοινωνία, παρασυρθήκαμε από την πρόσκαιρη αυταπάτη της οικονομικής ευμάρειας και τώρα που βλέπουμε την τσέπη μας να αδειάζει αναρωτιόμαστε τι είδους Χριστούγεννα θα κάνουμε εφέτος.
         Στοιχηματίζω πως θα είναι τα καλύτερα των τελευταίων χρόνων. Οι μανάδες και οι γιαγιάδες θα φτιάξουν τα γλυκά που άλλοτε τα αγόραζαν από το super market, ο πατέρας θα ανάψει το τζάκι που άλλοτε δεν άναβε γιατί «λερώνει», η οικογένεια θα μαζευτεί στο σπίτι μαζί με τους συγγενείς και τους φίλους να πιουν ένα κρασί. Θα βγουν οι νεώτεροι να διασκεδάσουν όσο η διασκέδαση βαραίνει ως ψυχαγωγία, θα ψωνίσουμε μόνον ότι χρειαζόμαστε, θα σηκωθούμε έστω για μισή ώρα το πρωί να πάμε στην «εκκλησιά το Χριστό να προσκυνήσουμε». Θα ζήσουμε γιορτές όπως της ζούσαμε παλαιότερα όπου οι εικόνες και τα συναισθήματα γίνονταν βιωματικό τραγούδι. Καμία σχέση δηλαδή με τις εικόνες και τα συναισθήματα που δημιουργούν τα τραγούδια μας σήμερα: «Χριστούγεννα ήρθαν πάλι και είσαι πάλι μακριά μου, αχ και να σ’ είχα εδώ μωρό μου…»
         Λέτε να κάνουμε ξανά Χριστούγεννα εφέτος;



Ευάγγελος Θεοδώρου
δημοσιεύτηκε στο apela.gr, 16.12.2011