Σάββατο 27 Οκτωβρίου 2018

Τι έμαθα στο γιό μου για την 28η Οκτωβρίου



        Οι γιορτές για τα παιδιά είναι πάντα γιορτές. Χαμόγελα πολλά, όρεξη ατελείωτη, πρόβες για το ποίημα, τραγούδι όλη μέρα όπως το είπαν στο σχολείο με τραβηγμένο το αέραααααα στο αθάνατο τραγούδι της Σοφίας Βέμπο.

           Οι γιορτές, μεταξύ άλλων, έχουν ιερή αποστολή να διδάξουν στα παιδιά το ποιος και γιατί έκανε ένα γεγονός γιορτή. Κι αυτό το χρέος να παραδώσω στο γιο τη μεγάλη εντολή να με ξεπεράσει[1], ήρθε η ώρα να αρχίσω να εκπληρώνω.

         Αφηγήθηκα στο γιo μου μια ιστορία αληθινή, κι ας διανύει μόλις τον τέταρτο χρόνο της ζωής του. Του μίλησα για τους λεβέντες του σαράντα που πρόλαβα και γνώρισα. Τους δικούς μου λεβέντες· τον παππού μου τον Λιά και τον παππού μου τον Βαγγέλη. Αυτούς που με δίδαξαν, χωρίς να μου το πουν ποτέ με λόγια, πώς να νιώθω στα κατάβαθά μου την πατρίδα και να καταλαβαίνω γιατί είμαι Έλληνας. Του μίλησα για εκείνες τις περήφανες ημέρες, όταν ήρθε η ώρα οι πρόγονοί του το μεγάλο Ναι ή μεγάλο Όχι να πούνε[2]. Εξήγησα τι ήταν αυτό που έκανε λεβέντες τους αγράμματους αντάμα με εκείνους του Σχολαρχείου.

         Εξήγησα στο γιo μου πριν απ’ όλα, γιατί αξίζει Ελλάδα και ήλιο ο πρώτος να βλέπει[3]. Τον δίδαξα πως Έλληνας είναι αυτός που έμαθε να αγαπά θυσιαστικά· που ασκήθηκε στην αρετή της ταπείνωσης ζώντας περήφανος· που αντίκρισε τη ζωή με τον ήλιο στην κοιλιά[4]. Του μίλησα για τα σύνορα του νου και της καρδιάς τα οποία πρέπει πρώτα απ' όλα να υπερασπιστεί και να κρατήσει πάση θυσία ελεύθερα. Και ότι μαζί μ’ αυτά αξίζει να υπερασπίζεται την πατρίδα της θεόσταλτης ελληνικής λαλιάς· της προαιώνιας μουσικής που ζει στις εκκλησιές μας· της πίστης σε ένα Θεό Αναστημένο. Του μίλησα για μιαν Ελλάδα που για πολλές χιλιετίες δεν είχε σύνορα στη γη γιατί δεν τα χρειαζόταν, και για την Ελλάδα που είπανε Ρωμιά και μετά ξανά Ελλάδα χωρίς να αλλάξει τίποτα από τα μέσα της. Του περιέγραψα πώς είναι να νιώθεις εκείνο το σφίξιμο στο λαιμό όταν ακούς τους στίχους του Σολωμού, πώς είναι να δακρύζουν περήφανα και σεμνά τα μάτια για μια πατρίδα αχαρτογράφητη, μεγάλη και ωραία. Μίλησα στον γιο μου για την ευλογία να ζει του ήλιου το βασίλεμα όταν όλοι οι άλλοι λαοί έμαθαν να ζουν τη δύση του ηλίου. Του έδειξα με τα μάτια μου ότι είναι χαρά να είναι Έλληνας και του δίδαξα τον τρόπο να κάνει την χαρά αυτή γιορτή. Έτσι έγινε γιορτή και το Όχι. Από χαρά. 

        Υπάρχει και κάτι που δεν του αφηγήθηκα, αλλά θα έρθει η ώρα που πρέπει να του πω. Είναι η τραγική ιστορία που ακολούθησε μετά τις ένδοξες μέρες του Σαράντα. Τότε, που σε μια μονάχα νύχτα, η μεγάλη πλειοψηφία απ’ τους λεβέντες έγιναν μικρόψυχοι γιατί σύρθηκαν στην ξενόφερτη απάτη των Δεξιά κι Αριστερά. Ευτυχώς η μάνα Ελλάδα προνόησε και κάποιοι λίγοι από τους λεβέντες έμειναν για πάντα λεβέντες. Φλέβα καρδιακή όπου τρέχει καθάριο το ελληνικό πνεύμα, το ανόθευτο από τις απάτες των καιρών. Φλέβα από χρυσάφι ατόφιο και πολύτιμο σαν μαργαριτάρι του βυθού. Αίμα που μπορεί να δώσει σε ολάκερη την ανθρωπότητα ζωή και να κάνει τον γιο μου κοσμοπολίτη. Αυτό το αίμα αξίζει να το χύσουμε αν χρειαστεί κι εγώ κι αυτός, να πεθάνουμε για χάρη της, να ανοίξουμε δρόμο για τους επόμενους που έρχονται και πρέπει να βρουν πατρίδα Ελληνίδα και αθάνατη για να ζήσουν. Την πατρίδα του παππού του Λιά και του παππού του Βαγγέλη. Την πατρίδα που κόντρα στα θεριά όλης της γης υπερασπίστηκαν μια χούφτα λεβέντες το Σαράντα και έδειξαν στον κόσμο πως πολεμούν οι ήρωες!


Θεοδώρου Ευάγγελος


[1] Καζαντζάκης, Ασκητική

[2] Καβάφης, Che fece... il gran rifiuto

[3] Λιαντίνης, Γκέμμα

[4] Ελύτης, Τα δημόσια και τα ιδιωτικά



Τρίτη 9 Οκτωβρίου 2018

Επανάσταση



     Άκουσα το τραγούδι αυτό μετά από χρόνια. Ήταν ένα από τα αγαπημένα μου όταν, πριν δυό δεκαετίες περίπου, πέρασα παράνομα από την εφηβεία στην χώρα της επανάστασης. Ακούγοντάς το σήμερα ξανά, νιώθω περήφανος. Ζω ακόμα στον ίδιο τόπο.
     Θα έλεγε κανείς πως ήμουν μάλλον απροσάρμοστος τότε, κι ήταν λογικό. Με καλούσε ο καιρός να ζήσω σ’ έναν κόσμο που δεν με καταλάβαινε και δεν τον καταλάβαινα. Είκοσι χρόνια μετά ακόμα δεν με καταλαβαίνει. Τον κατάλαβα όμως εγώ κι έτσι η επανάσταση που δεν ήξερε ποιόν εχθρό να πολεμήσει, απέκτησε με τα χρόνια σαφή αντίπαλο. Πάνω απ’ όλα όμως πριν να πολεμήσω, λυπήθηκα· κυρίως εκείνους που για μερικά λεφτά, την δόξα και την εξουσία εκπορνεύουν την αξιοπρέπεια και την ελευθερία τους σ’ οποιονδήποτε πλειοδοτήσει.


     Ζω ακόμα τον ρομαντισμό των παιδικών μου χρόνων, το ξέρω και δεν μετανιώνω. Η ζωή είναι στην καλύτερη περίπτωση σκληρή και μόνον ο ρομαντισμός μπορεί να την παλέψει. Νιώθω σαν τον θείο μου τον Οδυσσέα που περίμενε κι αυτός, μάταια μάλλον, να «παραλληλιστοῦν ἄλλου εἴδους γραμμές, κι ἀπέβλεπα στὶς συντεταγμένες τοῦ γυμνοῦ σώματος καὶ τῆς δικαιοσύνης, τῆς ἄλκης καὶ τῆς ἱερότητας, τοῦ παρθενικοῦ καὶ τοῦ ἡδυπαθοῦς!... Οὐτοπία; Μπορεῖ, γιατί ὄχι; μιὰ ἐκδοχὴ ἀνάμεσα στὶς ἄλλες εἶναι κι αὐτή, μόνο ποὺ ἔχει λιγότερες πιθανότητες. Κι ὕστερα κακολογοῦν τοὺς ποιητὲς ὅτι δὲν ἔχουν τὴ δύναμη ν᾿ ἀντιμετωπίσουν τὴν πραγματικότητα, μόνον κάθονται καὶ ῥεμβάζουν. Καλὰ κάνουν. Νὰ βάζεις μὲ τὸ νοῦ σου ἁβρὰ πράγματα, καὶ μάλιστα νὰ τὰ βλέπεις ἀπ᾿ τὴν ἀνάποδη, χρειάζεται νὰ ᾿σαι σκληρός…»
     Κι όσο τα χρόνια περνούν, τόσο βαδίζω στα άκρα με στόχο πάντα την κοινή εκείνη, την μέση και βασιλική οδό. Πρέπει να ριζοσπαστικοποιηθεί κανείς εγκαίρως αλλιώς πάει στράφι ολάκερη ζωή, η μία και μοναδική που αναλογεί στον καθένα. Υπάρχουν επαναστάσεις σαν αυτή του ’21, που άρχισαν και τέλειωσαν. Υπάρχουν κι εκείνες, που αρχίζουν μιαν ημέρα αλλά δεν τελειώνουν ποτέ. Σαν του Μακρυγιάννη και του Παπαδιαμάντη, του Τσαρούχη και του Καβάφη, του π. Πάμφιλου και του παππού μου του Λιά. Κι ας κρίνει ο χρόνος στο τελείωμα ποιος είναι ο νικητής.

Ευάγγελος Θεοδώρου