Δευτέρα 2 Δεκεμβρίου 2013

Στο βασίλεμα του ήλιου



         Κι είναι μονάχα η γλώσσα η ελληνική, τούτη εδώ η παράδοση η ρωμαίικη, που βάφτισε τη δύση του ηλίου βασίλεμα… Κι αυτό, γιατί σαν βασιλεύει ο ήλιος έτσι κι o άνθρωπος δεν δύει μα βασιλεύει, περπατώντας στη συνάντηση της βασιλείας του Θεού.
         Κι αν στα αυτιά ηχούν ξένα και παράταιρα όλα τούτα είναι μονάχα γιατί δυτικίσαμε πολύ, τόσο ώστε και για εμάς σήμερα ο ήλιος να δύει. Μα ο ήλιος δεν δύει ποτές, μοναχά φεύγει από τα μάτια μας στο βάθος του ορίζοντα συνεχίζοντας το ένα, το μοναδικό, το αέναο ταξίδι του στον κόσμο. Τούτη εδώ η παρατήρηση που πέρασε στην παράδοση του λαού μας είναι που γεννάει το θαύμα και αλλάζει το μέγεθος. Το βάθος κάνει απύθμενο, το ύψος δυσθεώρητο, τη βασιλεία ατελεύτητη… 



Ευάγγελος Θεοδώρου
Ηλιοβασίλεμα, Κάστρο Κούλε, Ηράκλειο


Τετάρτη 27 Νοεμβρίου 2013

Έχω μια τίγρη μέσα μου



      Είναι στιγμές που τα υπάρχοντα ερωτήματα για τη ζωή και το θάνατο ξεπροβάλουν, έστω δειλά και στιγμιαία, μέσα από τη λήθη και την αμεριμνησία που κυριαρχούν στον καθημερινό μας βίο. Λήθη που εκούσια εγκαταλείπει στην αφάνεια την κριτική διάκριση του αληθούς από το ψευδές και αμεριμνησία για τις επιλογές της επιπόλαιης και αδιάφορης ζωής μας. Κάπου εκεί, μέσα στο σκοτάδι και στη σύγχυση της καθημερινότητας, μια αστραπή φωτός φανερώνει στα μάτια μου την τίγρη που έχω μέσα μου και πρέπει να παλέψω. Πιο δύσκολη μάχη σε τούτη τη ζωή νομίζω δεν υπάρχει. Να τα βάλω με τον εχθρό που φωλιάζει στο μυαλό και στη καρδιά μου και να νικήσω…
         Στη ζωή του Έλληνα η βιωματική εμπειρία οικοδόμησε δυο ισχυρά προπύργια. Ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός ως αποκορύφωμα της προσφοράς του στον άνθρωπο προσέφερε την κριτική σκέψη, τον ένα πύργο. Την ικανότητα του ανθρώπου δηλαδή να ξεχωρίζει το αληθές από το ψευδές, το όμορφο από το άσχημο, το σωστό από το λάθος, το σημαντικό από το ασήμαντο. Στα χρόνια του χριστιανισμού η ορθόδοξη προοπτική αποκάλυψε στον άνθρωπο δια της πίστεως την δυνατότητα της ελευθερίας, τον δεύτερο πύργο, πέρα από κάθε προκαθορισμό και ανάγκη. Μιας ελευθερίας που ως μόνη προϋπόθεση έχει την αταλάντευτη απόφαση απαλλαγής από κάθε ενδεχόμενο περιορισμού, απ’ όπου κι αν προέρχεται αυτό. Κι η ελευθερία αυτή κινδυνεύει κάθε στιγμή να καταλυθεί από την τίγρη που έχω μέσα μου και λέγεται εγώ. Αυτό το «ακόλαστον και ανελεύθερον και άσχημον» εγώ που με μανία καθημερινά επιχειρεί να καταδυναστεύσει κάθε τι που μοιάζει όμορφο, ενάρετο, αθάνατο. 



         Στο μυαλό και στην καρδιά λοιπόν, στα μαρμαρένια αλώνια της ύπαρξης του ανθρώπου δίνεται καθημερινά η πιο λυσσαλέα μάχη. Μάχη αδιάκοπη με έναν εχθρό καλά κρυμμένο πίσω από σκέψεις και συναισθήματα, ικανό να καταστρέψει ολάκερη τη ζωή αν δεν πιάσουμε σπαθί κι αν δεν μάθουμε την τέχνη του πολέμου. Στην «αμεριμνησία της καταναλωτικής ευζωίας» όπως χαρακτηριστικά τονίζει ο Χρήστος Γιανναράς, η χαρά του πολέμου με τον ίδιο μας τον εαυτό είναι μια έκπληξη ικανή να αλλάξει το ρου της προσωπικής μας ιστορίας όπως το ρου της παγκόσμιας ιστορίας άλλαξαν μάχες σαν αυτή των Θερμοπυλών. Στις Θερμοπύλες την ιστορία δεν την έγραψαν οι νικητές αλλά οι μέχρι ενός πεσόντες Λακεδαιμόνιοι κι αυτό γιατί κληρονόμησαν στην ανθρωπότητα τη σημασία της αντίστασης.
         Πολλές φορές αναρωτήθηκα αν πάλεψα αρκετά. Αν δοκίμασα τις αντοχές μου στα όρια της ανθρώπινης φύσεως αντιστεκόμενος στον ίδιο μου τον εαυτό που είναι ιδιοτελής, εγωκεντρικός, ηδυπαθείς, φίλαυτος. Αν εξάσκησα την ικανότητα του μυαλού μου στην κριτική σκέψη εντοπίζοντας και ξεριζώνοντας κάθε τι πρόσκαιρο και ασήμαντο. Αν παραχώρησα στον συνάνθρωπο μου την ευκαιρία να μου μιλήσει. Αν διαπιστώνοντας το λάθος περπάτησα μέχρι την μετάνοια. Αν ξεδιάλυνα στα μάτια μου την αξία της σιωπής από το δικαίωμα να υπερασπιστώ άσκοπα το φαύλο και «παντογνώστη» εαυτό μου. Αν δάκρυσα αρκετά για όσα έπρεπε να προσφέρω και δεν πρόσφερα στον διπλανό μου. Αν ντράπηκα ουσιαστικά για τον κήπο που δεν φύτεψα στην έρημο της καρδιάς μου. Αν τελικά μάτωσα έστω μια φορά σε μια μάχη που ίσως δεν έδωσα ποτέ πραγματικά …
         Ανησυχώ στην πιθανότητα να περάσουν τα χρόνια και κοντά στο τέλος να βρω τον εαυτό μου παραιτημένο από κάθε προσπάθεια. Να διαπιστώσω πως τόσα χρόνια δεν έμαθα την τέχνη του πολέμου κι έμεινα ανελεύθερος ολάκερη ζωή. Κι η τίγρη νίκησε σε κάθε μικρή η μεγάλη μάχη, κρύφτηκε πίσω από σκέψεις γεμάτες ψεύτικα ελαφρυντικά και ανύπαρκτες δικαιολογίες, φόρεσε τη στολή του δικαιώματος και του θέλω και κατασπάραξε κάθε πιθανότητα ελευθερίας. Ούτε στα απλά δεν τα κατάφερα. Να τρομάξω; Όχι, απλά ήρθε η ώρα να σηκωθώ. Η μάχη με την τίγρη μέσα μου δεν έχει τέλος. Κάθε που θα μοιάζει να έχει κοπάσει ο πόλεμος θα είναι σαν την σιωπή πριν τη μπόρα. Και κάθε νίκη θα σημαίνει και μια κατάκτηση αρετής. Υπομονή, επιμονή, διάκριση, ευθυκρισία, αγάπη, ταπείνωση, ελεημοσύνη, δικαιοσύνη, πίστη, εγκράτεια, χαρά, ελπίδα.
         Όσο δίπλα μου παρακολουθώ ζωντανούς που έχουν ήδη πεθάνει τόσο φουντώνει μέσα μου η θέληση για ζωή. Κι όσο τα χέρια μου ματώνουν στο πάλεμα τόσο θυμάμαι τη μάνα μου που όταν μάτωνα μικρός μου έλεγε «άστο να τρέξει, το ζουρλό αίμα είναι και πρέπει να φύγει». Στην πάλη εντός μου το αίμα που τρέχει είναι ο εγωισμός που ακόμα αντιστέκεται...

Ευάγγελος Θεοδώρου  
δημοσιεύτηκε στο apela.gr, 21.9.2012

Παρασκευή 22 Νοεμβρίου 2013

Ξένιος λόγος



      Κάπου άκουσα πως η ζωή είναι ταξίδι μοναχικό. Εγώ θα πω - σαν μου το έλεγε ψυχή ματωμένη στο Μαρμαρένιο Αλώνι της - πως η ζωή είναι ταξίδι «σε σχέση με». Σ’ αυτό το πάλεμα της σχέσης, το προσωπικό μου ιστολόγιο γίνεται τόπος συναναστροφής με τους συν-ανθρώπους μου. Κι έτσι με πολύ χαρά φιλοξενώ σήμερα εδώ τη γραφή ενός φίλου παιδικού. Δεν είναι μόνο η παιδική φιλία λόγος της ανάρτησης. Κριτήριο ιερό είναι το διάλεγμα της ίδιας ανηφόρας που ζητάει μέσα από το λόγο, να αληθεύσει μαζί και η ζωή. Ο Πεποικιλμένος λόγος δε ζητά να περιπλέξει τη ζωή, μοναχά να ανιχνεύσει το κάλλος της στο μπόι που του αναλογεί, κι ας είναι και μικρό…



Από μια ανατολή στο Παράδεισο


Με μια ανατολή σα πρωινό καφέ
άνοιξες τα μάτια σήμερα.
Τα βλέφαρα βαρυά,
σχήματα οξύμωρα,
που προσπαθούν να σε πείσουν πως ξυπνάς,
και ας κοιμάσαι ακόμα.

Πρώτα ανοίγεις το παράθυρο,
να μπει η δροσιά απ τα τσιμέντα,
κι ύστερα από νωρίς σκέφτεσαι το αύριο,
που πάλι θα ξυπνήσεις στα ίδια,
μα ίσως και χειρότερα.

Κρυφτό σου παίζει ο ήλιος,
με τις τσιμεντοκορφές και τα σύννεφα,
να τον κοιτάξεις στα μάτια θες,
να μείνει το άσπρο φως για πάντα στη ψυχή σου.

Αυτό ίσως τελικά αναζητάς απ όλη τη ζωή σου,
το λευκό φως της καθαρότητας,
της αγνότητας το ξάστερο στεφάνι,
να σ οδηγήσει ως την αιωνιότητα,
απ το χεράκι, στου Παράδεισου τη πόρτα.

Λακωνικός

Δευτέρα 18 Νοεμβρίου 2013

Στη διαστολή του χρόνου


         Ξημερώματα Τετάρτης η ώρα τέσσερις το πρωί στην Αγία Αικατερίνη, στην έρημο της Σιναϊτικής χερσονήσου, ο αέρας φυσούσε πρωτόγονα. Μια βουή απόκοσμη βροντούσε το Μεγάλο Κάστρο στην ολόφωτη νύχτα της ερήμου. Κίνησα να κατέβω στο καθολικό, το κρύο βαρύ, τα βουνά ένα γύρω χιονισμένα. Στα μισά του φεγγαριού η σκιά του όρους Χωρίβ άπλωνε το πέπλο του απάνω στο χιλιόχρονο μοναστήρι, θυμίζοντας τα λόγια του Θεού στον Μωυσή σαν τόλμησε να πατήσει τούτο το βουνό. «…μη εγγίσεις ώδε. λύσαι το υπόδημα εκ των ποδών σου. ο γαρ τόπος, εν ω συ έστηκας γη αγία εστί…»
         Μέσα στο καθολικό η ακολουθία είχε ήδη ξεκινήσει. Ο π. Ευστάθιος διάβαζε το Μεσονυκτικό, ο π. Ιουστίνος ο βιβλιοφύλακας εκτελούσε χρέη εφημερίου της εβδομάδας. Απόκοσμη η μορφή τούτου του ξερακιανού ψιλόλιγνου παπά, θαρρείς πως ξετρύπωσε μαζί με τα χειρόγραφα του ’75 και βρήκε ευκαιρία να ξαναδεί τον κόσμο. Μοναδικό φως αυτό των καντηλιών, τίποτα δεν άλλαξε εδώ μέσα αιώνες τώρα. Κάθε που κάνει απόλυση, η μορφή του Ιουστινιανού και της Θεοδώρας των κτητόρων ζωντανεύει ξανά. «…χίλια έτη εν οφθαλμοίς σου, Κύριε, ως ημέρα η εχθές, ήτις διήλθε…».


         Μέχρι τα μέσα του όρθρου στο δεξί αναλόγιο ψάλλει ο υπέργηρος π. Ευμένιος - από το 1955 στο μοναστήρι, αριστερά ο π. Παύλος. Μορφές ασκητικές, φωνές κατανυκτικές, ψάλσιμο βιωματικό. Μουσικά ξέρουν και οι δυό, μα πάνε χρόνια που άνοιξαν παρτιτούρα τελευταία φορά. Ποιος νοιάζεται όμως; Η ψαλτική τέχνη υπηρετεί τον λόγο, και αυτός με τη σειρά του την δυνατότητα του ανθρώπου να συναντήσει τον Θεό, και εδώ μέσα η απόσταση μικραίνει. Πιο μεγαλειώδες ψάλσιμο από αυτό δεν έχω ακούσει… Τα τροπάρια μεθέορτα της εορτής της Βαπτίσεως, τότες που ο Θεός παρουσιάστηκε στους ανθρώπους στον Ιορδάνη ποταμό, λιγάκι βορειότερα από εδώ. Πώς να περιγράψει κανείς τις στιγμές, πώς να καταγράψει τις εκφράσεις των αισθήσεων που μακριά από πρόχειρους συναισθηματισμούς και ρομαντικές αφηγήσεις συναντούν το Πνεύμα του Θεού στις εικόνες, στ’ αγιοκέρια, στις νότες και στον λόγο. Τον πανάρχαιο εκείνο ποιητικό λόγο της εκκλησιαστικής υμνογραφίας να τραγουδάει τη δόξα του Θεού.

«Όσοι παλαιόν εκλελύμεθα βρόχων
βορών λεόντων συντεθλασμένον μύλας
αγαλλιώμεν και πλατύνομεν στόμα
λόγων πλέκοντες εκ λόγων μελωδίας
ω των προς ημάς ήδεται δωρημάτων».

         Λόγος μουσικός, μονάχος του ικανός να διαβεί το κατώφλι του χρόνου και να περπατήσει έξω από αυτόν. Αυτό τον λόγο υπηρέτησαν με την λιτή τέχνη τους οι μεγάλοι συνθέτες της Βυζαντινής μουσικής. Και η ακολουθία συνεχίζεται λιτά και μεγαλόπρεπα όπως συμβαίνει εδώ και χίλια πεντακόσια χρόνια στη μοναδική ορθόδοξη εκκλησία που λειτουργιέται καθημερινά, ασταμάτητα, άχρονα μέσα σε χρόνο όμως ιστορικό ποτισμένο ψαλμωδίες, αγιαστούρες και λιβάνια καλογερικά.
         Με τον Λαμπαδάριο Πέτρο συναντηθήκαμε στη λειτουργία. Με βάλανε στο δεξί αναλόγιο, αριστερά έψαλλε ο π. Θεόδουλος. «Τόπο στα νιάτα» έλεγε και ξανάλεγε ο τυπικάρης π. Ευμένιος. Στο αναλόγιο υπάρχει η συλλογή του Πρωγάκη και μερικά λειτουργικά βιβλία. Καθημερινή, ο ήχος τέταρτος, ο Πέτρος συνθέτης που υπηρετεί και τις πρακτικές ανάγκες της ακολουθίας. Σαν ξεκίνησε το χερουβικό σε ήχο άγια κόπιασαν στο ψαλτήρι και άλλοι που κρυβόντουσαν στα σκοτάδια του ναού. Ο π. Ιωάσαφ, ο π. Θεόφιλος, ο π. Πρόδρομος ο Κωστής και ο π. Θεόδουλος, που έκανε χρέη λαμπαδάριου. Όλοι μαζί εικονίζοντες τα χερουβίμ προσάδουμε τον τρισάγιο ύμνο, χωρίς ακρότητες, μεγαλοστομίες και υπερβάσεις. Πως αλλιώς να υποδεχθεί κανείς ολάκερο Θεό που σε λίγο θα περάσει μπροστά μας;
         Κι η λειτουργία προχωρούσε ακροβατώντας μεταξύ φύσης και μεταφυσικής. Στο Κοινωνικό ο κυρ Πέτρος συνθέτει, όλοι μαζί ψάλλουμε «Ποτήριον σωτηρίου λείψομαι…» Ο παπάς έκανε απόλυση, πήραμε αντίδωρο, ήπιαμε καφέ, αποσυρθήκαμε ο καθένας στα ίδια. Ανεβαίνοντας στη βιβλιοθήκη, αντικρίζοντας τα κατακόρυφα βουνά, συλλογιόμουν πως αν ο Σωσιγένης βρισκόταν σε τούτο τον τόπο δε θα αποφάσιζε να διαιρέσει το χρόνο κατα πως τον ξέρουμε κι εμείς σήμερα...


Ευάγγελος Θεοδώρου
δημοσιεύτηκε στο lampadariospetros, 27.1.2013

Πέμπτη 14 Νοεμβρίου 2013

Στο δρόμο της Ελευθερίας


    Έρχονται ώρες, που τα λόγια αδυνατούν να κοινωνήσουν την εμπειρία ή τα συναισθήματα των ανθρώπων όταν πρόκειται να μιλήσει κανείς για πράγματα μεγάλα και σπουδαία. Και αν στα αυτιά των ξένων η Κατασκήνωση της Ιεράς Μητροπόλεως μας φαντάζει μικρή, για εμάς που την βιώνουμε εμπειρικά η Κατασκήνωση είναι μια μικρογραφία της Εκκλησίας έτσι ακριβώς όπως την περιέγραψε ο Χριστός. «Όπου εισίν δύο ή τρις συνηγμένοι εις το εμόν όνομα, εκεί εγώ ειμί εν μέσω αυτών».
         Δεκαεννέα χρόνια στην αετοφωλιά, κυριολεκτικά και μεταφορικά της Ταϋγέτης, για σαράντα ημέρες χωρισμένες σε τέσσερα δεκαήμερα διεξάγεται μια πραγματική μάχη κόντρα στο ρεύμα και τις προτάσεις της νέας εποχής για χάρη των παιδιών της Μητροπολιτικής μας περιφέρειας, της Λακωνίας ολόκληρης, ακόμα και έξω από αυτήν. Δεκαεννέα χρόνια, χιλιάδες νέοι και νέες φιλοξενήθηκαν στις εγκαταστάσεις των Κατασκηνώσεων, χιλιάδες νέοι και νέες φιλοξένησαν στις καρδιές τους τον αιώνιο Επισκέπτη «προσκαρτερούντες ομοθυμαδόν τη προσευχή και τη δεήσει» την προσωπική τους Πεντηκοστή. Κι όταν ο Παράκλητος επισκέπτεται τις καρδιές τους, όταν η προοπτική της Ελευθερίας αποκαλύπτεται ως ενδεχόμενο πραγματικό εμπρός τους, τότε είναι που μοιάζουν τα μάτια των παιδιών σαν την θάλασσα που καθρεφτίζει το φως του ήλιου την αυγή έτσι όπως ολόφωτος ανατέλλει στον κόσμο.
         Ζήτησε κάποια στιγμή ο Σεβασμιώτατος από τους Κατασκηνωτές με δυο λέξεις να περιγράψουν την κατασκηνωτική εμπειρία τους για να εισπράξει μιαν απάντηση από τον Νίκο Σ. που έκανε τα μάτια του να βουρκώσουν και την καρδιά του να βεβαιωθεί πως οι κόποι και οι αγωνίες, οι προσευχές και τα δάκρυα του, πιάνουν τόπο ιερό γιατί ιερός είναι ο τόπος της καρδιάς των παιδιών. «Δεν γίνεται Σεβασμιώτατε μέσα σε ένα κείμενο λίγων λέξεων να περιγράψουμε δέκα ημέρες οι οποίες μας έδειξαν ότι το υπόλοιπο καλοκαίρι περνάει ανούσια…»
         Και πώς να μην είναι έτσι; Δέκα ημέρες γεμάτες από νωρίς το πρωί έως αργά το βράδυ με παιχνίδι. Ατελείωτο παιχνίδι στα γήπεδα (ποδόσφαιρο, μπάσκετ, βόλεϊ), στο δάσος νύχτα και ημέρα με αμιγώς κατασκηνωτικά παιχνίδια (παιχνίδι του δάσους, κρυμμένα αστεράκια, κρυμμένος ομαδάρχης), στον χώρο των κατασκηνώσεων (κρυμμένος θησαυρός, παιχνίδι των σταθμών), στην τραπεζαρία (παιχνίδι των γνώσεων, επιτραπέζια παιχνίδια ομαδικά και ατομικά), στην αυλή (ρακέτες, στεφάνια, σκυταλοδρομίες, μουσικές καρέκλες, καρπούζια, αλεύρια) και τόσα άλλα αυτοσχέδια παιχνίδια.
         Δέκα ημέρες αφτιασίδωτης και πηγαίας ψυχαγωγίας με τραγούδια και χορούς, αυτοσχέδια στιχάκια, κραυγές και συνθήματα, μικρές ορχήστρες και θεατρικές ομάδες, ανέκδοτα κι αστεία. Τα πρόσωπα των παιδιών λάμπουν κι είναι χαρακτηριστικές οι εκφράσεις απορίας ακόμα και των γονιών τους όταν μας επισκέπτονται, όταν διαπιστώνουν την ζωντάνια των παιδιών τους, την ατέρμονη διάθεση τους να ζήσουν κάθε στιγμή αυτής της εμπειρίας.
         Δέκα ημέρες καθημερινής συνάντησης με την αλήθεια της Ορθόδοξης Εκκλησίας μέσα από τη μελέτη της Αγίας Γραφής στην πηγή δίπλα από το παλιομονάστηρο της Ζωοδόχου Πηγής, τους βίους των Αγίων στην Ώρα Κατασκήνωσης. Μέσα από την συζήτηση με τον ιερέα και πνευματικό μας, τον Αρχηγό ή τον ομαδάρχη, την εξομολόγηση, τη Θεία Κοινωνία από τα χέρια του Σεβασμιωτάτου μας.
         Δέκα ημέρες προσευχής μικρής χρονικά, αλλά ικανής να επιτρέψει σε όλους μας το ταξίδι για την συνάντηση με Εκείνον. «Κάποιος είπε πως ταξίδι είναι μόνο η προσευχή, καρδιά μου να σαι ζωντανή» λέει ένα πολύ όμορφο τραγούδι. Αυτό το ταξίδι γινόταν κάθε πρωί στο παλιομονάστηρο της Παναγιάς κι είναι απορίας άξιο πως παιδιά που αρχικά δεν μπορούσαν να διαβάσουν καλά – καλά την αρχαία ελληνική των εκκλησιαστικών κειμένων σε λίγες ημέρες να ψάλλουν επιδέξια «Ο ναός σου Θεοτόκε ανεδείχθη παράδεισος…». Προσευχή κάθε πριν το φαγητό, στο απόδειπνο όταν όλοι μαζί μέσα στο σκοτάδι του ναού του Προφήτη Ηλία – πολιούχου της Κατασκήνωσης μας – ψάλλαμε «Την ωραιότητα της Παρθενίας σου» χωρίς βιβλία, χωρίς κάποιος να το δίδαξε, έτσι απλά. Κι όταν λίγο πριν το «δι’ ευχών» ο ιερέας μας προέτρεπε σε «ένα λεπτό ατομικής προσευχής» τα μάτια έκλειναν και το ταξίδι γινόταν ατομικό, η συνάντηση με τον Κάλλει Ωραίο προσωπική, η Ρωμαίικη Ελευθερία γινόταν ζωή…
        Σε καιρούς αλλόκοτους, σε μέρες παράξενες, σε εποχές αφιλίας και εγωκεντρισμού οι Κατασκηνώσεις της Ιεράς Μητροπόλεως μας, δι’ ευχών και κόπων του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου μας κ.κ. Ευσταθίου, πρότειναν και πάλι ένα ταξίδι συνάντησης των προσώπων, μια ζωή αγάπης που αναζητά να αληθεύσει μέσα από τη σχέση με τον Θεό και τον συνάνθρωπο, ένα ταξίδι ανάβασης στον δύσκολο μα ευλογημένο δρόμο της Ελευθερίας. Ακολουθήσαμε το δρόμο - όπως θα έλεγε και ο Διονύσιος Σολωμός - ίσα καταπάνω στην κόψη του σπαθιού, ανεβήκαμε τα σκαλιά αναζητώντας την Αλήθεια που οδηγεί στην Ελευθερία όπως ο Κύριος το είπε: «Γνώσεσθαι την αλήθεια και η αλήθεια ελευθερώσει ημάς». Σε έναν κόσμο που ο καθένας μπορεί κυριολεκτικά να κάνει ότι θέλει, η πραγματική Ελευθερία δυστυχώς παραμένει ακόμα ζητούμενο…


Ευάγγελος Θεοδώρου
δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Όσιος Νίκων, τ. Ιουλ-Αυγ-Σεπ 2013
 

Παρασκευή 11 Οκτωβρίου 2013

Κοσμοπολίτικος Ελληνισμός


           Μέχρι τις αρχές του εικοστού αιώνα ο πληθυσμός που ζούσε στον μητροπολιτικό ελλαδικό χώρο διέτρεχε ολάκερη την Μεσόγειο, την νοτιοανατολική Ευρώπη μέχρι και τη Μέση Ανατολή χωρίς να χρειάζεται να γνωρίζει γλώσσα άλλη εξόν από τη δική του. Κι αυτό γιατί χιλιάδες χρόνια, από την εποχή του Ομήρου ακόμα, ο ελληνικός - στη διαχρονία του - πολιτισμός, υπήρξε κυρίαρχος τρόπος του βίου σ’ ολόκληρο τον μέχρι τότε γνωστό κόσμο.
         Μια πρόταση σκέψης και αντίληψης του υπαρκτού και του επέκεινα, ικανή να πληρώσει (εδώ με την έννοια του γεμίζω) κάθε ανάγκη που γεννούσαν οι ανθρώπινες κοινωνίες. Ένας τρόπος ζωής που γοήτευε ερωτικά, ξάφνιαζε ευχάριστα, έθετε ερωτήματα, απαντούσε στα κεφαλαιώδη, εκβίαζε τη σκέψη να γίνει κριτική. Απ’ όλα αυτά, ξέμειναν σήμερα μοναχά πολλές αράδες σε βιβλία και φωτογραφίες μιας άλλης εποχής να θυμίζουν πως κάποτε αυτός εδώ ο τόπος γέννησε την έκπληξη που η ιστορία ονόμασε αρχικά Ελληνική και αργότερα Ρωμαίικη. Δυστυχώς, πέρασαν ανεπιστρεπτί τα χρόνια που Έλληνας ή Ρωμιός σήμαινε και «κοσμοπολίτης».
         Ο Έλληνας κι αργότερα ο Ρωμιός δεν υπήρξε ποτέ «ιδεολόγος» κι αυτό γιατί ο πολιτισμός του απάντησε σε όλα τα κεφαλαιώδη ερωτήματα σχετικά με την πολιτική πολύ πριν η ιδεολογία προσφέρει ναρκισσιστικά καταφύγια εγωκεντρικών βεβαιοτήτων. Πολιτισμός κυρίαρχος αλλά όχι εθνικιστής, κοινωνικός αλλά όχι αριστερός. Ελληνικός σκέτο. Αναπόφευκτα στις μέρες μας από πολιτείες των αρίστων εκπέσαμε στις πολιτείες των ολιγίστων.
         Ο Έλληνας κι αργότερα ο Ρωμιός δεν υπηρέτησε μανικά ποτέ αλλότρια μουσική, αλλά με τη δική του – με το θαύμα των ήχων που ο ίδιος δημιούργησε - υπηρέτησε την ανάγκη του ανθρώπου να προσευχηθεί, να γιορτάσει, να χαρεί, να κλάψει, να θυμηθεί ή να πενθήσει. Την αρχαιότερη και μοναδική μέχρι τα χρόνια του μεσαίωνα γραπτή μουσική στον κόσμο (αρχαία ελληνική, κατόπιν βυζαντινή, ρεμπέτικη και λαϊκή στις μέρες μας) την εξοβελίσαμε για χάριν του ευτελούς θορύβου που εν πολλοίς βιάζει τα αυτιά μας.
         Ο Έλληνας κι αργότερα ο Ρωμιός δεν ακολούθησε ποτέ τις προτάσεις της δυτικής ζωγραφικής μα προσέφερε ο ίδιος τις εικαστικές λύσεις στην αρχαιότητα αλλά και στη λεγόμενη βυζαντινή περίοδο μέσα από τη γλυπτική και τα χρώματα, ήδη από την εποχή που συμβατικά λέμε πως άρχισε η ιστορία.
         Στο γεωγραφικό του άπλωμα ο Έλληνας κι αργότερα ο Ρωμιός προσέλαβε αλλά και προσέφερε, πήρε κι έδωσε, ζυμώθηκε με τους άλλους πολιτισμούς χωρίς κόμπλεξ κατωτερότητας, χωρίς μιμητισμούς, χωρίς διακρίσεις, χωρίς περιορισμούς και αγκυλώσεις. Ας θυμηθούμε την Αλεξάνδρεια απο την αρχαιότητα μέχρι τα χρόνια του Καβάφη, την Κωνσταντινούπολη μέχρι τα γεγονότα του ’55 και του ’63, τη Σμύρνη μέχρι το ‘22, την Οδησσό μέχρι την γενοκτονία. Είκοσι, ίσως και παραπάνω, «εισβολές» πληθυσμών γνώρισαν τα δόθε ή εκείθε του Αιγαίου χώματα μέχρι τις μέρες μας, μα πάντοτε η πολιτιστική του πρόταση παρέμενε κυρίαρχη. Η ρύση του Οράτιου πως «η κατακτημένη Ελλάδα κατέκτησε τον απολίτιστο νικητή» έμελε να αποδειχθεί διαχρονική. Τις μέρες μας δεν είχε προβλέψει δυστυχώς…
         Στα χρόνια τα δικά μας, ο ευρωπαϊκός επαρχιωτισμός που διακρίνει τους νεοέλληνες μας οδηγεί στην παρακμή και στη συρρίκνωση που αναμφισβήτητα θα γνωρίσει καθένας που δεν έχει τίποτα να πει και να προσφέρει στο ιστορικό γίγνεσθαι. Πετάξαμε από πάνω μας κάθε τι που προσέδιδε την αύρα της πολιτιστικής μας υπεροχής, για να ενδυθούμε το ένδυμα του μιμητισμού και της ξενομανίας. Καταντήσαμε cult νεοέλληνες και folklore φουστανελάδες της ανύπαρκτης στα χρόνια μας ελληνικής, ρωμαίικης ψυχής. Και κάθε μέρα που περνάει κατεβαίνουμε όλο και πιο χαμηλά στην άβυσσο του παγκοσμιοποιημένου και χρηματιστηριακού πολιτισμού του τίποτα. Κι ο επιθανάτιος ρόγχος γίνεται ολοένα και πιο αδύναμος…
         Θα κλείσω με μια φράση του Γιάννη Τσαρούχη που κάποτε με στιγμάτισε και μου ‘δειξε τον ανήφορο που πρέπει ν’ ανεβώ: «Χρειάστηκε να ζήσω πέντε χρόνια στο Παρίσι, για να καταλάβω ότι το να γίνω Κοσμοπολίτης προϋποθέτει να είμαι Έλληνας»

Ευάγγελος Θεοδώρου
δημοσιευμένο άρθρο στο  apela.gr, 7.3.2013

Παρασκευή 4 Οκτωβρίου 2013

Τα αιώνια νιάτα του κόσμου



            Λέγεται πως ο Σόλωνας, κατά την δεκαετία αυτοεξορία του στην Αίγυπτο μετά την ολοκλήρωση του νομοθετικού του έργου στην Αθήνα, άκουσε από έναν Αιγύπτιο ιερέα να του λέει: Σόλων Ἕλληνες ἀεὶ παῖδες ἐστέ, γέρων δὲ Ἕλλην οὐκ ἐστίν. Με άλλα λόγια, πως εσείς οι Έλληνες είστε τα αιώνια νιάτα του κόσμου… Και πως θα ξεφύγει άραγε ο ελληνισμός από τη φθορά, από την ίδια τη φύση της ύπαρξης που ορίζει τα πάντα να γεννιούνται και να πεθαίνουν; Πως ο ελληνισμός θα ξεγλιστρήσει σαν έρθει η ώρα να συναντήσει κατά πρόσωπο το χάρο; Χρησμός ή χρέος πρέπει ετούτος να λογίζεται;
         Γράφει ο Γιάννης Τσαρούχης: «Κάποτε οι Έλληνες δημιουργούσαν πολιτισμό, σήμερα βλέπουν τηλεόραση». Πολιτισμός είναι ο κυρίαρχος τρόπος του βίου, που ορίζει τί είναι σημαντικό στη ζωή ενός ανθρώπου και μιας κοινωνίας. Πολιτισμός δεν είναι οι συναυλίες και οι θεατρικές παραστάσεις, αλλά ο τρόπος για να κοινωνήσει ο άνθρωπος την αναζήτηση του γιατί και του πώς της ζωής. Στα χρόνια της νεότερης Ελλάδας, καλύτερα να πω της μεταπολιτευτικής Ελλάδας, λίγοι φοβάμαι  ρωτούν και ψάχνουν το γιατί.
         Κυρίαρχος τρόπος βίου σήμερα είναι η διασκέδαση και όχι η ψυχαγωγία, η ατομικότητα και όχι η φιλία, η στιγμιαία απόλαυση και όχι ο έρωτας. Η υλιστική κοσμοθεωρία ξεπερνώντας τις πολιτικές αφετηρίες του 20ου αιώνα, έγινε τρόπος και πράξη του βίου. Στην αρχή του 21ου σπανίζει στις ψυχές και στις γειτονιές των ανθρώπων η καλημέρα. Περιχαρακωμένοι πίσω από καινούρια σπίτια, ακριβά αυτοκίνητα, επώνυμα ρούχα, γερνάμε βιολογικά και πνευματικά με πρόοδο γεωμετρική και σύντομα θα έρθει ο χάρος της ιστορίας να ζητήσει το φυσικό του δικαίωμα από έναν λαό που κάποτε τον είπανε αιώνιο νιάτο…
         Θυμάμαι παιδάκι, στο χωριό μου, την Αγόριανη, τους ηλικιωμένους γεμάτους ζωή. Πρόσωπα χαμογελαστά, μάγουλα ροδαλά, χέρια χαρακωμένα από τη δουλειά που σαν χαιρετούσαν η δύναμή τους σε έκανε να αισθάνεσαι άβολα. Στο χωριό του πατέρα μου -στον Αι’ Γιάννη- ο παππούς μου ο Βαγγέλης με προκαλούσε να παραβγούμε στο τρέξιμο. Aυτός περασμένα εβδομήντα, εγώ έξι–εφτά χρονών, μα πάντοτε χαμένος. Χρόνια μετά η γερασμένη νεολαία σκυθρωπάζει με πρόσωπα χλωμά και χέρια αδύναμα όχι για να δουλέψουν, μα ακόμα και να χαιρετίσουν. Και δεν είναι η κρίση που φταίει. Και παλιότερα έτσι μας αντίκριζαν οι άλλοι. Aπλά τότε κρυβόμασταν πίσω από τσέπες γεμάτες με λεφτά.
         Τι άλλαξε; Οι προτεραιότητες της ζωής, ο κυρίαρχος τρόπος του βίου, ο πολιτισμός ενός ολόκληρου λαού. Τότε οι άνθρωποι βγάζανε το ψωμί τους δουλεύοντας, δεν παίζανε στο χρηματιστήρια. Τότε οι άντρες πίνανε ένα ποτήρι κρασί να αλλάξουν δυο κουβέντες, δεν ξενυχτούσαν λιώμα στο ποτό με εκκωφαντική μουσική χωρίς να πούνε λέξη. Τότε οι γυναίκες έβγαιναν στη ρούγα της γειτονιάς, δεν έβλεπαν τούρκικα στην τηλεόραση. Ω, τι δύναμη κουβαλούσε μέσα της εκείνη η ρούγα! Εκεί η γειτονιά γινόταν γειτονία ανθρώπων κάθε απόγεμα μέχρι να βραδιάσει. Λέγανε οι γυναίκες τον πόνο τους η μια στην άλλη, μοιράζονταν τα προβλήματα της ζωής, αντάλλαζαν συνταγές και μάθαιναν τα νέα, ακόμα - ακόμα κουτσομπόλευαν όσα κανείς δεν έλεγε μα όλοι γνώριζαν. Και τις έβλεπες, παρόλη τη φτώχεια και τις κακουχίες, να γελούν και να χαίρονται. Ψυχοφάρμακα δεν ήξερε ο κόσμος.
         Δεν εξιδανικεύω το παρελθόν, μοναχά το βάζω αντίκρυ σε αυτό που ζούμε σήμερα να δούμε πιο βαραίνει πιο πολύ. Πάρε τα τραγούδια σήμερα κι αυτά πριν από σαράντα χρόνια. Τα πρώτα ζούνε ένα μήνα, άντε δυό, τα δεύτερα ακόμα σε κάνουν να δακρύζεις. Πάρε τις απλοϊκές, σαν του Μακρυγιάννη προσευχές και τους σταυρούς που έκανε κάποτε ο κόσμος και δες τα σταυροκοπήματα σήμερα, που όλοι πήγαμε πανεπιστήμιο και μάθαμε πολλά. Ας θυμηθούμε και τα λόγια του Γιάννη Βαρελλά εδώ στην φιλόξενη apela.gr που διαπίστωνε το θάνατο του θανάτου. Και τόσα, κι άλλα τόσα να σκεφτείς και θα καταλάβεις πόσο άλλαξε ο κόσμος. Κι ακόμα αλλάζει.
         Γερνάει μια κοινωνία, ένας λαός ιστορικός και μαζί του γερνά η ανθρωπότητα ολάκερη. Η πολιτιστική πρόταση του ελληνικού κόσμου πήρε να πεθαίνει στις μέρες μας, γιατί άλλαξαν οι προτεραιότητες τις ίδιας της ζωής. Η ιεράρχηση των αναγκών μας έφερε τα τελευταία πρώτα, έκανε τα υπόγεια ρετιρέ. Και η ανθρωπότητα που έζησε, ζήλεψε ή τουλάχιστο θαύμασε αυτό το «ελληνικό κάτι», δεν έχει τίποτα να περιμένει από αυτό που λέγεται σήμερα, φευ, ελληνικός πολιτισμός. Αν αφήσουμε την ελληνικότητα μέσα μας να πεθάνει, όλος ο κόσμος θα κλείσει τα μάτια του μαζί μας. Οι ιστορικές στιγμές που ζούμε αντί καταστροφής μπορούν να φέρουν γεννητούρια. Αν θέλουμε να μείνουμε για πάντα τα αιώνια νιάτα του κόσμου, πρέπει να σηκώσουμε επιτέλους τα μάτια και να αντικρίσουμε το χάρο που ήρθε να μας πάρει… 

Ευἀγγελος Θεοδώρου
δημοσιευμένο άρθρο στο apela.gr, 15.11.2012